Αριστερή Παρέμβαση

Ορισμένες αρχικές παρατηρήσεις για το ζήτημα της Ευρωπαικής Ένωσης

(Πρώτο Μέρος)

Δεν χρειάζεται μεγάλη συζήτηση για να διαπιστώσει κανείς πως η ΕΕ αποτελεί μέρος της κρίσης που με πρωτοφανή οξύτητα χτυπά τις ευρωπαικές κοινωνίες. Σήμερα πλεόν είναι ευραίως αντιληπτό πως η ίδια η ΕΕ έχει διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο όχι στην ανάσχεση αλλά στο βάθεμα της οικονομικής κρίσης που ακουμπά τις χώρες της ηπείρου.

Σήμερα, μπροστά σε ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της ευρωπαικής κοινής γνώμης, γίνεται κατανοητό πως οι ευρωπαικές πολιτικές για ένα αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο πειθαρχίας των κρατών μελών και το προχώρημα των περίφημων «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» δεν οδηγούν στην σταθεροποίηση των οικονομιών της Ευρωζώνης αλλά στο ολοένα και μεγαλύτερο εγκλωβισμό τους σε ένα καθοδικό σπειράλ ύφεσης.

Είναι μέσα σε αυτές τις συνθήκες που η ιδέα της ευρωπαικής ενοποίησης και η πεποίθεση πως η εξέλιξη της οικονομικής συνεργασίας των κρατών μελών θα οικοδομούσε προοδευτικά ένα κοινό ευρωπαικό μέλλον δείχνει περισσότερο από ποτέ άλλοτε εύθραυστη.

Για το ιδεολογικό φορτίο της ΕΕ

Δεν ήταν όμως έτσι πάντοτε τα πράγματα. Πολύ πριν την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και όσο οι κοινωνίες της ανατολικής ευρώπης καταδικάζονταν υπό το βάρος του σταλινισμού σε συνθήκες μιας οικονομικής καθυστέρηση απέναντι στην δυτική ευρώπη, η ιδέα της κοινής ευρωπαικής προοπτικής των χωρών της ηπείρου συναντούσε μια μάλλον ευρεία κοινωνική αποδοχή.

Στις κοινωνίες της δυτικής ευρώπης η ίδεα της ευρωπαικής ενοποίησης αποτέλεσε, στο έδαφος μάλιστα και της τραγικής εμπειρίας του 2ου ΠΠ, μια ηγεμονική για τις ευρωπαικές άρχουσες τάξεις στρατηγική οργάνωσης εκ νέου της τραυματισμένης κυριαρχίας τους και πεδίο συγκρότησης μια μιας διευρυμένης κοινωνικής συναίνεσης πίσω από τα γενικά πολιτικά συμφέροντα τους.

Η κατάρρευση, αργότερα, του ανατολικού μπλόκ έφερε, μαζί με την ομηρεία των λαών της ανατολικής ευρώπης μπροστά σε μιας πρωτοφανούς έκτασης επιθετική οικονομική επέκταση του δυτικοευρωπαικού κεφαλαίου, την ισχυροποίηση της (πλαστής) πεποίθεσης μιας πολιτικής και ιδεολογικής υπεροχής του μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης που η ΕΕ εκπροσωπούσε –ώριμη υποτίθεται έκφραση της οργανικής συνεύρεσης των επιμέρους εθνικών οικονομιών των ανεπτυγμένων δυτικών οικονομιών.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο η πορεία της ευρωπαικής ενοποίησης ταυτίστηκε γενικώς και αδιακρίτως με την πρόοδο, την εξέλιξη και τον εκσυγχρονισμό των κοινωνιών. Οτιδήποτε βρισκόταν σε αντίθεση με τις κατευθυντήριες γραμμές που ένα ευρωπαικό κέντρο πρόσταζε –ολοένα και περισσότερο αυτονομημένο απο τις ευρωπαικές κοινωνίες- μονομίας χαρακτηριζόταν αναχρονιστικό και απαρχαιωμένο. Οποιοσδήποτε τολμούσε να αμφισβητίσει και να κριτικάρει αυτήν την πορεία αμέσως καταγγείλετο από στρατίες καλοταισμένων δημοσιογράφων και διανοούμενων ως επικίνδυνος λαικιστής, ιδεολογικά αγκυλωμένος στο χθές, εκπρόσωπος του παλιού και της καθυστέρισης, κρυπτο-φιλο-βορεοκορεάτης κ.α.

Η ΕΕ σήμερα στο κέντρο της κρίσης

Πως φτάσαμε λοιπόν στην σημερινή συγκυρία, οπού η ΕΕ παρουσιάζεται μπροστά σε ένα μεγάλο τμήμα των ευρωπαικών λαών ως συστατικό μέρος της κρίσης και οργανωτής βαθιά αντικοινωνικών πολιτικών σε ευρωπαικό επίπεδο;

Σ’ αυτήν την εντυπωσιακή μεταστροφή της ευρωπαικής κοινής γνώμης έχει αναμφισβήτητα διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο η έκθεση της ΕΕ στην παγκόσμια οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων αλλά και πρίν από αυτήν οι προκλήσεις που οι οικονομίες της ΕΕ κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν μέσα σε ένα ραγδαία μετασχηματιζόμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον που διαμόρφωνε η δυναμική της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Ήδη από την δεκαετία του `90, η «απελευθέρωση» των ροών κίνησης του κεφαλαίου, η ραγδαία διεθνοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας και ένας νέος παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας που συνδέθηκε στενά με την οικονομική άνοδο της Ασίας και την νέα οικονομία (των επικοινωνιών, της πληροφορικής και των νέων τεχνολογίων) άφησαν τα ίχνη τους στην ευρωπαική οικονομία που είδε, σε αυτήν την περίοδο, την παραγωγικότητα της να ασθενεί και τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας της να χειροτερεύουν κάτω από τον εντεινόμενο οικονομικό ανταγωνισμό που προκαλούσε η συνεχιζόμενη οικονομική κυριαρχία των ΗΠΑ, από την μία μερία, και η ανάπτυξη της ισχύος, απο την άλλη, των αναδυόμενων οικονομιών των BRIC’s .

Ανήμπορη να ανασχέσει την οικονομική δυσανεξία που θα συνεχίζει να βαραίνει τον ευρωπαικό χώρο όλη την δεκαετία του 2000, η ΕΕ θα δεί την οικονομική κρίση να αποκαλύπτει δομικές ανισορροπίες του σχεδίου της οικονομικής ενοποίησης. Η ευρωζώνη, παραμένοντας μια ανολοκλήρωτη νομισματική ένωση, δίχως ένα ενιαίο προϋπολογισμό που να μπορεί να προβλέπει την δυνατότητα μεταφοράς οικονομικών πόρων προς τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες και περιφέρειες της ΕΕ, θα οδηγηθεί προοδευτικά σε ένα βάθεμα των αποκλίσεων μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών. Οι χώρες της ΕΕ με πληθωρισμό πάνω από το μέσο ευρωπαικό όρο και χαμηλότερη μέση παραγωγικότητα, δεσμευμένες κάτω από ένα κοινό νόμισμα, θα σπρωχθούν σε μια ανάπτυξή βασισμένη στην υπερχρέωση, ενώ αντίστροφα, οι χώρες με χαμηλότερο πληθωρισμού και υψηλότερη παραγωγικότητα θα δούν να διευρύνουν τα εμπορικα τους πλεονάσματα.

Η κρίση θα επιταχύνει μια διαδικασία κατακερματισμού της ευρωζώνης και έντασης εγγενών αντιφάσεων αυτού του σχεδίου. Μπροστά στο ενδεχόμενο της κατάρρευσης του ευρωπαικού επικοδομήματος και με σκοπό την υπεράσπιση των γενικών οικονομικών συμφερόντων τους οι ευρωπαικές άρχουσες τάξεις θα εστιάσουν συλλογικά την προσοχή τους στην κατά προτεραιότητα διάσωση των μεγάλων ευρωπαικών τραπεζών της ευρωζώνης (κυρίως των γαλλικών, γερμανικών, βρετανικών αλλά και της ίδιας της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας) καταδικάζοντας την ίδια στιγμή λαούς της ευρώπης στην φτώχεια και την ανέχεια. Οι κερδοσκοπικές επιθέσεις των «διεθνών αγορών» στο -κατά περίπτωση δημόσιο ή ιδιωτικό- χρεός των χωρών του ευρωπαικού νότου θα λειτουργήσουν τελικά ως πολιτικά εργαλεία διαμόρφωσης μιας κοινωνικής συναίνεσης για την εν τάχει υιοθέτηση δραστικών σχεδίων λιτότητας που θα μεταφέρουν τις χρηματιστηριακές ζημίες των ευρωπαικών τραπεζών στο δημόσιο τομέα και τους ευρωπαίους φορολογούμενους.

Με τον τρόπο αυτό σήμερα, πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η ΕΕ μπορεί να γίνει αντιληπτή από την μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών ως μια περιφερειακή οικονομική ολοκλήρωση καθοδηγούμενη από τα συμφέροντα των πιο δυναμικών τμημάτων του ευρωπαικού κεφαλαίου σε έναν αγώνα ενός παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού και ένα πεδίο διεύρυνσης των περιφερειακών ανισοτήτων της ηπείρου. Ένας χώρος όπου μαζί με την συγκεντρωποίηση του ευρωπαικού κεφαλαίου και την ισχυροποίηση των πιο ανταγωνιστικών τμημάτων του (είτε πρόκειται για το ελληνικό ναυτιλιακό, είτε το γερμανικό βιομηχανικό κεφάλαιο) οι φτωχοί της ηπείρου (μιλώντας με όρους κοινωνικών τάξεων) θα γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουριότεροι –και πάνω στις πλάτες των πρώτων1.

Η διαπίστωση αυτή, για την ΕΕ ως πεδίο συγκεντρωποίησης των πιο ανταγωνιστικών τμημάτων του ευρωπαικού κεφαλαίου, έχει μια ιδιαίτερη αξία γιατί μας προφυλάσσει από μια ερμηνεία των μηχανισμών λειτουργίας της ευρωπαικής ολοκλήρωσης και της εν γένει αρχιτεκτονικής της που διολισθένει σε μια λαικίστικη και δημαγωγική ρητορική σχετικά με την “γερμανοποίηση” της ΕΕ και την “νεο-αποικιοποίηση” της περιφέρειας της ευρωζώνης -ρητορική που δυστυχώς βρίσκει πολύ συχνά γόνιμο έδαφος και μέσα στην αριστερά. Αντίθετα, η ΕΕ αποτελεί έκφραση σε περιφερειακό επίπεδο μιας παγκόσμιας δυναμικής του κεφαλαίου για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση με σκοπό την απόσπαση του μεγαλύτερου δυνατού μεριδίου της συνολικής υπεραξίας που παράγεται από την συνολική, παραγωγική, κοινωνική εργασία στο σύνολο της. Η δυναμική αυτή καθοδηγείται -στην Ευρώπη συνολικά και σε κάθε χώρα μέλος της ΕΕ- από τα περισσότερο δυναμικά τμήματα του κεφαλαίου και επικαθορίζει το σχήμα των διευρυνόμενων κύκλων αναπαραγωγής της καπιταλιστικής οικονομίας, ανάπτυξης και συσσώρευσης κεφαλαίου.

Μέσα σε αυτήν την πορεία ασφαλώς οι περισσότερο αδύναμες οικονομίες θα χρειαστεί να καταβάλλουν περισσότερες προσπάθειες και οι κοινωνίες αυτών των χωρών θα δεχτούν αντίστοιχα μια μεγαλύτερη πίεση προσαρμογής σε μια πιο ανοιχτή έκθεση τους στον ανταγωνισμό των ευρωπαικών οικονομιών. Το να θεωρεί όμως κανείς πως το σχέδιο της ΕΕ ειναι ένα σχέδιο του γερμανικού κεφαλαιου είναι μια λανθασμένη υπεραπλούστευση που υποτιμά, επι παραδείγματι, πως στα γενικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης παραμένει η παραμονή εντός ευρωζώνης και η εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που το ευρώ παρέχει σε αυτήν –ακόμη και εάν χρειάζεται να θυσιαστεί σε αυτή την φάση του οικονομικού κύκλου ύφεσης ένα τεράστιο τμήμα του ελληνικού κεφαλαίου2.

Η ΕΕ πέρα απο την κρίση

Η ΕΕ λοιπόν δεν συνδέεται με ένα συγκυριακό μόνο τρόπο με τα προβλήματα των ευρωπαικών οικονομιών.

Απεναντίας, αν η σημερινή οικονομική κρίση βρίσκει την ΕΕ σε ένα σημείο επισφαλού ισορροπίας μέσα στις διεθνείς αγορές και με εξασθενισμένη της πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της, αποτελεί την ίδια στιγμή και μια ευκαιρία για την ευρωπαική αριστερά να αναδείξει βαθύτερες πτυχές αυτού του βαθία αντιδραστικού και αντικοινωνικού ευρωπαικού σχεδίου ολοκλήρωσης μπροστά στο ευρωπαικό εργατικό κίνημα.

Με το τρόπο αυτό αποκαλύπτονται σήμερα μια σειρά από δομικά στοιχεία του σχεδίου της ΕΕ ως ένα σχέδιο των ισχυρών αυτής της ηπείρου. Σήμερα πλεόν φαίνεται καθαρά πως το κοινό ευρωπαικό νόμισμα αποτέλεσε εξ’ αρχής, πολύ περισσότερο απο μια κατάκτηση των ευρωπαίων που διευκόλυνε την κατανάλωση και την ελευθερία μετακινήσεων, μηχανισμό ενός αυτόματου εσωτερικού πλαισίου δημοσιονομικής πειθαρχίας και συγκράτησης των μισθών της ευρωζώνης. Δίχως την δυνατότητα των εθνικών αστικών τάξεων να προσφύγουν στην υποτίμηση των νομισμάτων τους ο οικονομικός ανταγωνισμός εντός της ευρωζώνης οργανώνεται πλέον έχοντας ως μόνη “ανεξάρτητη”μεταβλητή ρύθμισης της ανταγωνιστικότητας των εθνικών οικονομιών το ύψος των μισθών των εργαζομένων. Οπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ηλίας Ιωακείμογλου: «Το ευρώ είναι ένα εργαλείο με το οποίο οι πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού μεταφέρονται στην αγορά εργασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η πειθαρχία των εργαζόμενων τάξεων, να εδραιωθεί ο δεσποτισμός του κεφαλαίου στους χώρους παραγωγής και στην αγορά εργασίας και να αποδυναμωθούν οι θεσμοί που προστατεύουν τους εργαζόμενους»3.

Από την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαικής Πράξης για την Ενιαία Ευρωπαική Αγορά το 1985, την Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1991, την υιοθέτηση αργότερα ενός κοινού νομίσματος και μια σειρά άλλων ευρωπαικών συνθηκών και στρατηγικών πλάνων ανάπτυξης (χαράκτηριστικά παραδείγματα: η Στρατηγική της Λισσαβώνας του 2000, η οδηγία του Μπόλκενσταϊν το 2006) η πορεία της ευρωπαικής ολοκλήρωσης αποτέλεσε ένα συνεχές διαδοχικών βημάτων διαμόρφωσης μιας κοινής στρατηγικής των ευρωπαικών αστικών τάξεων που στόχο είχε την δημιουργία μιας τεράστιας αγοράς απαλλαγμένης από κάθε προστατευτισμό.

Η ΕΕ εξέφρασε από τις απαρχές συγκρότησης της τις νέες ανάγκες της διεθνούς αγοράς για μια γενικευμένη απορρύθμιση του περιοριστικού πλαισίου λειτουργίας των εθνικών οικονομίων των κρατών μελών, την αναδιάρθρωση της παραγωγής και μια ανάπτυξη νέων συμμαχιών που θα πραγματοποιούνται όλο και περισσότερο σε μια παγκόσμια κλίμακα4.

Προς αυτήν την κατεύθυνση τα «βαρίδια» περιοριστικών εθνικών νομοθεσιών, επιμέρους ρυθμίσεων της παραγωγής και κυκλοφορίας του κεφαλαίου, διαφορετικών φορολογικών συστημάτων (όπως για παράδειγμα θέτει η γερμανία στις διαπραγματεύσεις για την χρηματοδότηση του κυπριακού χρέους) και κυρίαρχα –σε ότι αφορά το ευρωπαικό εργατικό κίνημα- η ύπαρξη ενός σταθερού και ρυθμισμένου πλαισίου εργασιακών σχέσεων έπρεπε να αποσυγχρονιστούν.

Πίσω απο την κατοχύρωση των ελευθεριών κίνησης των ανθρώπων μέσα στην ευρωπαική επικράτεια (που κατα συνθήκη μπορεί και να αναστέλεται ή να περιορίζεται όταν έχουμε να κάνουμε με την διαχείριση μεταναστευτικών ροών ή και την διοργάνωση μεγάλων ευρωπαικών διαδηλώσεων μέσα στην Ευρώπη πχ Γένοβα 2001) κρυβόταν ο στόχος της δημιουργίας μιας αγοράς εργασίας που θα αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης σε ελεύθερο ανταγωνισμό μέσα σε όλη την ήπειρο.

Πίσω απο τις πανηγυρικές εξαγγελίες των ευρωπαίων ηγετών για την απασχόληση, την ισότητα των ευκαιριών και την κοινοτική αλληλεγγύη, τις διακηρύξεις για την κατοχύρωση των εργασιακών δικαιωμάτων των ευρωπαίων εργαζόμενων, την ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής προστασίας και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού κρύβονταν μια ραγδαία μετάλλαξη του τοπίου των εργασιακών σχέσεων μέσα στην ευρωπαική ήπειρο με την εμφάνιση μιας υψηλής διαρθρωτικής ανεργίας, την γιγάντωση της επισφαλούς εργασίας (που πλήττει με μεγαλύτερη σφοδρότητα τις γυναίκες και τους νέους), την ενίσχυση της ευέλικτης και μερικής απασχόλησης σε βάρος της σταθερή και μόνιμης εργασίας, την εξασθένιση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας στις χώρες όπου συναντιόντουσαν, την ανάπτυξη της εξωτερικής υπερεργολαβίας, την μείωση του αριθμού των απασχολούμενων στις μεγάλες εταιρίες.

Και όταν ο Χέρμαν βαν Ρομπέι, πρόεδρος του Ευρωπαικού Συμβουλίου, δήλωνε κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνη εκ μέρους της ΕΕ, το περασμένο Δεκέμβρη, πως η Ένωση «θα βγεί ενισχυμένη απο την κρίση» δεν θα πρέπει να έχουμε καμία αυταπάτη για την αποφασιστικότητα με την οποία είναι διατεθιμένες οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της ευρώπης να συγκρουστούν με το μεταπολεμικό ευρωπαικό κοινωνικό κράτος και το κόσμο της εργασίας για να διασφαλίσουν την παγκόσμια ισχύ τους.

Η ΕΕ ήταν πάντοτε και συνεχίζει να παραμένει ένα ευρωπαικό σχέδιο των αφεντικών για μια περισσότερο «ανταγωνιστική», μια περισσότερο κερδοφόρα ευρωπαική καπιταλιστική οικονομία –μια κοινωνία δηλαδή διευρυμένων ανισοτήτων και αδικών.

Το εργατικό κίνημα και η αριστερά απέναντι στην ΕΕ

Ποία ήταν όμως η στάση που το οργανωμένο ευρωπαικό εργατικό κίνημα έλαβε απέναντι στην ΕΕ; Εάν αναγνωρίζουμε πως η πορεία της ευρωπαικής ολοκλήρωσης επιδείνωσε ουσιαστικά τις κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες αγωνίζονται σε όλη την ευρωπαική ήπειρο, τότε η αξία μιας συζήτησης για την στάση του ευρωπαικού εργατικού κινήματος απέναντι στην ΕΕ αποκτά ένα ιδιαίτερο βάθος στο βαθμό που καλείται, μέσα σε μια νέα πραγματικότητα, να επεξεργαστεί ξανά ένα νέο σχέδιο των ευρωπαικών αγώνων -ουσιωδώς διαφοροποιήσιμο από τον μέχρι σήμερα «εθνικό» χαρακτήρα μιας εργατικής πολιτικής.

Θα ήταν βέβαια παράληψη μας –ξεκινώντας μια τέτοια γενική επισκόπιση- εάν δεν επισημαίναμε πως σε χώρες που βρέθηκαν στην περιφέρεια της ευρωπαικής πορείας ολοκλήρωσης για λόγους γεωπολιτικούς και ευρύτερα ιστορικούς (βρετανία και η υπόλοιπη βόρεια ευρώπη: δανία, σουηδία, νορβηγία), η πολιτική πίεση προς την αριστερά για έναν προσανατολισμό προς την ΕΕ ήταν πάντοτε σημαντικά μικρότερη. Με αυτό το τρόπο μπορεί να γίνει κατανοητή και η σταθερά ευρωσκεπτικιστική στάση της αριστεράς του ευρωπαικού βορρά που σε κρίσιμες στιγμές πρωταγωνίστησε σε μια πλειοψηφική αντι-ΕΕ έκφραση των κοινωνιών τους5.

Από την άλλη μερία, όταν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης βρέθηκαν –υπό το βάρος της κατάρρευσης- στο κατώφλι της «ευρωπαικής οικογένειας», αυτές υιοθέτησαν μια ultra-ευρωπαική τοποθέτηση. Η νεο-εμφανιζόμενη αστική τάξη εκείνων των χωρών στοιχήθηκε πίσω από την υπόσχεση μιας ευρωπαικής προοπτικών αυτών των κοινωνιών (οικονομικής ανασυγκρότησης, πολιτικής σταθερότητας των χωρών κτλ) προκειμένου να συγκροτήσει από την αρχή το πλαίσιο της δικής της εξουσίας. Η προσήλωση στην ιδέα της ευρωπαικής ολοκλήρωσης αν και αποτελεί ακόμη και σήμερα κυρίαρχο προσανατολισμό των πολιτικών ελίτ αυτών των χωρών συχνά βρέθηκε σε σύγκρουση με μια φιλο-ατλαντική τοποθέτηση τους που σε ορισμένες συγκυρίες αδυνάτιζε την δυναμική του σχεδίου της ευρωπαικής ενοποίησης.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, και με την αριστερά να βρίσκεται για πολλά χρόνια μετά την κατάρρευση σε υποχώρηση, το ζήτημα της δικής της τοποθέτησης της απέναντι στην ΕΕ έμοιαζε να παρέμενε μια θεωρητική συζήτηση. Έχει ενδιαφέρον παρόλα αυτά πως ο αρχικός ενθουσιασμός των κοινωνιών της ανατολικής ευρώπης για την ευρωπαική τους πορεία σύντομα μεταμορφώθηκε (αν και με τρόπο αντιφατικό) σε επιφυλακτικότητα και καχυποψία έναντι της Ευρώπης –ιδίως μάλιστα μετά και την τραυματική εμπειρία της πρόσδεσης αυτών των κοινωνίων στην οικονομική σφαίρα επιρροής της ΕΕ, στους «αόρατους» νόμους λειτουρίας της καπτιταλιστικής οικονομίας, την οικονομική εκμετάλλευση, την καθήλωση των μισθών, το ξεπούλημα των πλουτοπαραγωγικών πηγών των χωρών τους.

Στην περίπτωση των χωρών της Δυτικής Ευρώπη, στις χώρες δηλαδή που γεννήθηκε αλλά και ωρίμασε η ιδεά της ευρωπιακής ολοκλήρωσης ως μια αποφασιστική και κυρίαρχα ηγεμονική επιλογή των εθνικών αστικών τάξεων των χωρών της ηπειρωτικής ευρώπης, η πολιτική πίεση απέναντι στην αριστερά της ισχύος του ευρωπαικού σχεδίου ολοκλήρωσης ήταν και παραμένει αναμφίβολα και πιο ισχυρή.

  • Μια αρχική παρατήρηση αναφέρεται στο χώρο της ευρωπαικής σοσιαλδημοκρατίας. Τα κόμματα αυτά, οργανικό τμήμα του αστικού πολιτικού συστήματος των χωρών της Ευρώπης ήδη απο την εποχή του 2ου ΠΠ, αποδέχτηκαν και συνέβαλαν ενεργά στο σχέδιο οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης της ΕΕ και στην επί μακρόν εφαρμογή πολιτικών λιτότητας και αναδιάρθρωσης των ευρωπαικών οικονομιών. Πολλές φορές μάλιστα απόδειξαν και την αποφασιστική τους συμβολή σε αυτήν την πορεία επιεβαιώνοντας τον ειδικό πολιτικό τους ρόλο μπροστά σε μια σειρά κρίσιμων πολιτικών διευθετήσεων τόσο μεταξύ ανταγωνιστικών εθνικών αστικών συμφερόντων όσο βέβαια και απέναντι στις αντιστάσεις του ευρωπαικού εργατικού και λαικού κινήματος.

Η ρητορική που μοιράστηκαν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα για μια «δημοκρατική Ευρώπη της κοινωνικής δικαιοσύνης και της προόδου», την «ισχυροποίηση των δημοκρατικών θεσμών», την «συμμετοχή των ευρωπαίων πολιτών και την ειρηνική συνύπαρξη των λαών της Ευρώπης» δεν κατάφερε ποτέ να αποτελέσει μια διαφορετική πολιτική στρατηγική για την ευρωπαική ενοποίηση.

Αργότερα η σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη αυτών των κομμάτων θα οδηγήσει αυτά τα κόμματα, όπως σημειώνει σε μια αρκετά ολοκληρωμένη ανασκόπισης της τρέχουσας ευρωπαικής συγκυρίας ο Josep María Antentas 6, σε ένα ιστορικά χαμηλό σημείο -χωρίς κανένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο απέναντι στην κρίση. Εφαρμόζοντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές (που παραδόξως ξορκίζουν διακηρυκτικά και δημαγωγικά επιχειρούν να χρεώσουν στην ευρωπαική δεξία μόνο) θα συνεχίζουν να πληρώνουν ένα μεγάλο πολιτικό κόστος για την διαχειριστική τους πολιτική.

Παρόλα αυτά η ευρωπαική σοσιαλδημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί, με διακριτές μορφές ανάλογα με την κάθε χώρα, ευρείς πολιτικούς-εκλογικούς μηχανισμούς, βάσεις σε ορισμένους τομείς της κοινωνίας και στα συνδικάτα, έλεγχο ή συγγένεια με τα ΜΜΕ. Καταφέρνει ακόμη και σήμερα να φαντάζει (ψευδώς) μια εναλλακτική στις συντηρητικές κυβερνήσεις και με αυτό το τρόπο να εγκλωβίζει λαικά στρώματα –ιδίως όσο η ανάδυση μιας νέας αριστεράς καθυστερεί να εμφανιστεί μέσα στις ευρωπαικες κοινωνίες.

  • Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η περίπτωση των (πρώην και νύν) κομμουνιστικών κομμάτων της Ευρώπης -η πλειοψηφία των οποίων αναφέρεται σήμερα στο κόμμα της Ευρωπαικής Αριστεράς (κΕΑ).

Τα κόμματα αυτά υποδέχτηκα διστακτικά την ΕΕ. Παρόλα αυτά, για ένα μεγάλο μέρος αυτών των κομμάτων, η τοποθέτηση που τελικά θα υιοθετήσουν απέναντι στην ΕΕ θα είναι τελικά μια στάση αποδοχής και συμβιβασμού με την νέα πολιτική πραγματικότητα που διαμόρφωνε η προσδεση των εθνικών κρατών τους στην ευρωπαική προοπτική.

Στην περίπτωση ορισμένων εκ των πλέον εμβληματικών ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης αυτή η αλλαγή της στάση τους έναντι της ΕΕ θα βρεθεί σε επικοινωνία με βαθύτερες πολιτικές διεργασίες που θα επιρρεάσουν ριζικά την συνολικότερη φυσιογνωμία αυτών των κομμάτων.

Όπως εκτενέστερα αναπτύσσεται αλλού7 η προοδευτικά όλο και μεγαλύτερη συσπείρωση ευρύτερων λαικών στρωμάτων στις γραμμές κομμάτων όπως τα ΚΚ Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας – από την δεκαετία του `70- έδωσε την δυνατότητα στο κομματικό μηχανισμό αυτών για μια σχετική αυτονόμηση του από την σοβιετική γραφειοκρατία. Την ίδια εποχή, και σε μια περίδο κορύφωσης ενός μεταπολεμικού κύματος ανάπτυξης στην Δ. Ευρώπη, τα κόμματα αυτά θα βρεθούν σε έναν συμβιβασμό με τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη των χωρών τους, μιμούμενοι κατά τρόπο συμμετρικό τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η Σοβιετική Ένωση προχωρούσε σε ένα συμβιβασμό με την παγκόσμια καπιταλιστική τάξη (βιετνάμ και αλλού).

Η συμφιλίωση αυτών των κομμάτων με την αστική δημοκρατία και το καπιταλιστικό κράτος καθώς επίσης και η πεποίθεση πως η σοσιαλιστική μετάβαση μπορεί να είναι δυνατή μέσα απο μια προοπτική μακροχρόνιων και σταδιακών μεταρρυθμίσεων της αστικής κοινωνίας, όπως χαρακτηριστικά εκφράστηκε μέσα από το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού, αποτέλεσαν την πολιτική βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε μια νέα ρεφορμιστική συνείδηση. Αργότερα, και κάτω από το βάρος της κατάρρευσης του υπαρκτού, αυτή η κίνηση συμβιβασμού με το καπιταλιστικό κράτος γενικεύτηκε για την πλειοψηφία των ευρωπαικών ΚΚ8.

Η ευρωπαική πορεία των κρατών τους θα αναγνωριστεί σαν μια μάλλον οργανική ολοκλήρωση των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, θα φυσικοποιήσει δηλαδή την εξέλιξη της ευρωπαικής ενοποίησης και θα της προσδώσει ένα γενικά θετικό χαρακτήρα.

Είτε γιατί παραδόθηκε –ελέω δυσμενών σήμερα συσχετισμών- είτε γιατί βαθμιαία προσαρμόστηκε σε μια αστική στρατηγική προσανατολισμού προς την ΕΕ, αυτό το τμήμα της ευρωπαικής αριστεράς, θα συμφιλιωθεί σταδιακά με τις ιδέες της ευρωπαικής ολοκληρωσης και την ευρωπαική οικογένεια των Βρυξελλών9.

Στην στάση του έναντι του εγχειρήματος της ευρωπαικής ολοκλήρωσης θα προσανατολιστεί προοδευτικά πίσω από το όραμα μιας “θετικής ολοκλήρωσης”, με οδηγό τις αξίες του ευρωπαικού φεντεραλισμού και εργαλεία πολιτικής την κρατική παρέμβαση στα πλαίσια ενός οργανωμένου καπιταλισμού. Απέναντι σε αυτήν την προοπτική (ενν. της θετικής ολοκλήρωσης) θα αντιδιαστείλουν την πορεία μιας “αρνητικής ολοκλήρωσης” της ΕΕ ως μια τεχνικού ύφους, λειτουργικίστικη διαδικασία ολοκλήρωσης που επαφίεται απλώς στην πρωτοκαθεδρία της οικονομικής ενοποίησης.

Συμφωνα με αυτήν την συλλογιστική, χρέος των προοδευτικών δυνάμεων, προκειμένου να διασωθεί ένα θετικό περιεχόμενο που αναγνωρίζεται μέσα στο εγχείρημα της οικοδόμησης της ΕΕ, είναι να αντιπαρατεθούν με τις δυνάμεις των αγορών που σκοπίμως επιζητούν να περιορίσουν την δυναμική και το εύρος της ευρωπαικής ενοποίησης. Με αυτό το τρόπο τα σημεία τριβής με την ΕΕ θα εντοπίζονται όλο και περισσότερο κυρίως απέναντι σε ένα συντηρητικό συσχετισμό δυνάμεων που κυριαρχεί σήμερα στο εσωτερικό των δομών της.

Μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή όχι συγκρουόμενοι με την εξουσία και τους θεσμούς της ΕΕ αλλά συνδράμοντας/τροποποιώντας/αλλάζοντας/πρωταγωνιστώντας στην ευρωπαική πολιτική διακυβέρνησης. Δημιουργώντας θεσμικές ρυθμίσεις και υιοθετώντας μέτρα που θα εδραιώνουν μια συναίνεση πολλαπλών παραγόντων, θα συμφιλιώνουν τις υπερεθνικές δομές εξουσίας με τα εθνικά κράτη, θα γεφυρωνούν το χάσμα Βορρά – Νότου, θα αποκαθιστούν τις ζημίες που προκαλεί η λειτουργία της αγοράς κτλ.

Οι κυρίαρχες σε ευρωπαικό επίπεδο νεοφιλελεύθερες πολιτικές, η αρχιτεκτονικη οικοδόμησης της ευρωζώνης, το ευρώ ως το κοινό/σκληρό νομίσμα της ευρωζώνης και η επιβολή μιας σιδηράς δημοσιονομικής ευρω-πειθαρχίας στα κράτη μέλη παρουσιάζονται -μέσα σε αυτήν την θεώρηση- ως μια κατάσταση εκτροπής από το πυρήνα της Κοινωνικής Ευρώπης και τις αξίες της κοινοτικής αλληλλεγγύης που υποτίθεται πρεσβεύει ή ενυπάρχουν μέσα στο όραμα της ενωμένης ευρώπης.

Ο πυρήνας του νεοφιλελευρισμού βρίσκεται υποτίθεται σε σύγκρουση με τις καταστατικές αρχές του ευρωπαικού εγχειρήματος. Με αυτόν τον τρόπο η κρίση του ευρωπαικού κοινωνικού κράτους αποκόπτεται από μια κριτική της πολιτικής οικονομίας και παρουσιάζεται ως έκφραση ενός ελλείμματος των σημερινών ευρωπαικών ηγεσιών που αδυνατούν (και γι’αυτό καταγγέλονται) να σταθούν στο ύψος των απαιτήσεων που ένα ευρωπαικό κεκτημένο προστάζει.

Για τους ευρωπαίους φεντεραλιστές ο νεοφιλελευθερισμός εμφανίζεται σαν να πηγάζει από αλλού, έξω από την ΕΕ. Η ίδια η οικόδομιση της ΕΕ εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερων γεωπολιτικών διευθετήσεων που έλαβαν χώρα μετά το 2ο ΠΠ υπό την πρωτοκαθεδρία της “αυτοκρατορικής κυριαρχίας” των ΗΠΑ. Και έτσι ο νεοφιλελευθερισμός μπορεί να παρουσιάζεται σαν να είναι μια πολιτική που (ερχόμενη από έξω στην ΕΕ) στηρίζει και οργανώνει την αμερικάνικη ηγεμονία (και γι’ αυτό απειλεί την οικοδόμηση της ευρωπαικής ενοποίησης) παρά μια ενδογενής δυναμική των καπιταλιστικών ευρωπαικών οικονομιών10.

Παραβλέποντας πως η οικονομική ολοκλήρωση της ΕΕ υπακούει στις πιο θεμελιώδεις απαιτήσεις της λειτουργίας των εθνικών (καπιταλιστικών) οικονομιών των κρατών μελών για συγκεντροποίηση και ένταση του ανταγωνισμού κεφαλαίων αντιπαραβάλλουν στις σημερινές οικονομικές πολιτικές της ΕΕ την απατηλή προσδοκία ενός νέου ευρωπαικού κευνσιανισμού που θα “χαλιναγωγήσει” τον απερίσκεπτο επεκτατισμό των ισχυρότερων χωρών και θα “τιθασεύσει” τις αγορές κάτω από έναν δημοκρατικό έλεγχο.

Και όταν κανείς έρχεται στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία δεν είναι να απορεί γιατί οι προτάσεις του κόμματος της Ευρωπαικής Αριστεράς σχετικά με το τρόπο «διαχείρισης» της ευρωπαικής κρίσης παρουσιάζονται γεμάτες από τις αυταπάτες μιας διαφορετικής λειτουργίας των ευρωπαικών θεσμών.

Μπροστά στο οικονομικο και πολιτικό οικοδόμημα της σημερινής Ευρωπαικής Ένωσης, πολεμική μηχανή στα χέρια των ευρωπαικών άρχουσων τάξων στο ταξικό πόλεμο που οργανώνουν ενάντια στους ευρωπαίους εργαζόμενους, στέκονται αμήχανα για να παρουσιάσουν λύσεις μιας τεχνοκρατικής διευθέτησεις των αντιθέσεων που διαπερνούν το ευρωπαικό εγχείρημα.

Ο πολιτικός λόγος αυτών των κομμάτων συχνά χάνει από την προοπτική του τους ίδιους τους ευρωπαίους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες. Δεν απαντά στο πως χρειάζεται να οργανωθούν οι αναγκαίοι ευρωπαικοί αγώνες και πως θα ανατραπεί σε ευρωπαικό επίπεδο ο συσχετισμός δύναμης που εντός της ΕΕ διαμορφώνει το συνδυασμένο βάρος των ευρωπαικών αστικών τάξεων.

Αντί αυτού, προτιμούν να απευθυνονται προς τους ευρωπαικούς θεσμούς, την Ευρωπαική Επιτροπή και το Ευρωπαικό Συμβούλιο, και να εισηγούνται ένα σύνολο άμεσων, τεχνικού ύφους, μέτρων ενάντια στην κρίση όπως την έκδοση ευρωομολόγων, την φορολογία των κερδοσκοπικών συναλλαγών, τον χαμηλότοκο δανεισμό των κρατών μελών από την Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα και την ίδρυση δημόσιων οργανισμών αξιολόγησης των οικονομιών των κρατών μελών.

Δεν θα σταθούμε εδώ στο ότι μια τέτοια τοποθέτηση υποτιμά τον βαθία δομικό χαρακτήρα της ευρωπαικής κρίσης. Ούτε ότι η επίκληση μιας ζητούμενης αλλαγής της ευρωπαϊκής πολιτικής με στόχο την “ισχυροποίηση του ευρώ”11 περισσότερο συσκοτίζει παρά αποκαλύπτει μπροστά στους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες το ταξικό περιεχόμενο που κουβαλά η ιδέα της ευρωπαικής ολοκλήρωσης.

Η ουσία -και το πρόβλημα την ίδια στιγμή- με αυτή την τοποθέτηση είναι πως αναδεικνύει τα όρια και τις αντιφάσεις μιας λανθασμένης για την αριστερά στάσης απέναντι στην ΕΕ. Που όταν -και εάν- κληθεί να δώσει διέξοδο στους αγώνες των λαών από κυβερνητική θέση θα σταθεί με περίσσευμα αφέλειας μέσα στο λάκο των λεόντων για να ζητήσει στο όνομα των “κοινών συμφερόντων”12 του ευρωπαικού οικοδομήματος την επέκταση της πίστωσης του ευρωπαικού νότου μεταθέτοντας σε ευρωπαικό επίπεδο τις ελπίδες μιας νεοκευνσιανής διευθέτησης των δομικών αντιθέσεων της καπιταλιστικής κρίσης που θα εδράζεται στην “σωφροσύνη” των ευρωπαίων αφεντικών και την “γενναιοδωρεία” των πλούσιων ευρωπαίων γειτόνων.

Η στάση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και η σταδιακή μετακίνηση της από την θέση “καμία θυσία για το ευρώ” στη περίφημη τοποθέτηση πως “το ευρώ είναι το κοινό μας νόμισμα” συμπυκνώνει χαρακτηριστικά αυτούς τους κινδύνους.

  • Μέσα στο φάσμα των διαφορετικών ρευμάτων της ευρωπαικής αριστεράς δεν θα μπορούσε κανείς να παραβλέψει και εκείνο το τμήμα που, που συνεχίζοντας να αναγνωρίζει στην ταυτότητα του ένα συνεχές με την ιστορική παράδοση της ευρωπαικής κομμουνιστικής αριστεράς (των παραδοσιακών κομμουνιστικών κομμάτων της ΚΔ), κατάφερε και να διατηρήσει ένα περισσότερο «ορδόδοξο» προσανατολισμό. Το ΚΚ Πορτογαλίας, το ΚΚΕ και το μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αποτελούν ενδεικτικές περίπτωσες αυτού του τμήματος της ευρωπαικής αριστεράς.

Σε ότι αφορά το ζήτημα της ΕΕ , το ρεύμα αυτό της αριστεράς, διατήρησε διαχρονικά μια ασυμφιλίωτη στάση και μια θέση μιας συνολικής αντιπαράθεσης σε κάθε στάδιο της ευρωπαικής πορείας ενοποίησης. Η στάση του ρεύματος αυτού απέναντι στην ΕΕ μπορεί χαρακτηριστικά να συμπυκνωθεί στο αίτημα της «εξόδου από την ΕΕ». Έτσι η αντίθεση στην ΕΕ μαζί με την σταθερή προβολή του αιτήματος της εξόδου από αυτήν αποτέλεσαν κεντρικούς προγραμματικούς άξονες πάνω στους οποίους διαμορφώθηκε η γενική στάση αυτής της αριστεράς μπροστά σε μια ολοένα διερυνόμενη ατζέντα γενικών πολιτικών ζητημάτων που η ευρωπαική πορεία σύγκλισης των εθνικών κρατών άνοιγε πιεστικά.

Την ίδια στιγμή όμως, με όση συνέπεια –αυτό το ρεύμα της αριστεράς- αρνήθηκε να συμφιλιωθεί με την ΕΕ με άλλη τόση επιμονή υποτίμησε το ζήτημα μιας συνολικότερης επεξεργασίας μιας αντι-ΕΕ στρατηγικής των αγώνων που έρχονταν σε ρήξη με τις κυρίαρχες ευρωπαικές στρατηγικές.

Η έκφραση ενός γενικά καταγγελτικού λόγου –όπως συμπυκνώνεται στο “έξω από την ΕΕ”- περισσότερο παρέπεμπε σε μια ιδεολογικού τύπου απόκριση έναντι της ΕΕ (κατ’ αντιστοιχία σε εθνικό πλαίσιο της αποδοχής ή όχι του αστικού κράτους) και λιγότερο στην συγκρότηση ενός συνεκτικού προγράμματος αγώνα αρθρωμένου πάνω στις συγκεκριμένες αιχμές και διεκδικήσεις που οι ίδιοι οι κοινωνικές αγώνες προέβαλαν απέναντι στην ΕΕ.

Υποτίμησε τις δυνατότητες των όρων συγκρότησης μιας εστιασμένης πάνω σε κόμβους των κοινωνικών και ταξικών αγώνων της Ευρώπης αριστερής, διεθνιστικής, αντι-ΕΕ τοποθέτηση -πχ. μια καμπάνια ενάντια στο ευρωσύνταγμα σε εθνικό ή ευρωπαικό επίπεδο- και αντίθετα συχνά αρκέστηκε σε μια επίμονη προβολή ενός γενικού θεωρητικού σχήματος μιας «επαναστατικής ρήξης/απόσχισης» από την ΕΕ.

Στο πυρήνα αυτής της αντίληψης βρίσκεται η εμπειρία των Λαικών Μετώπων ως αποφασιστικό σημείο στην επεξεργασία (κατ’ ακρίβεια: στην τροποποίηση) της επαναστατικής στρατηγικής της κομμουνιστικής αριστεράς και της τακτικής που αυτή η αλλαγή μας κληρονόμησε.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ευρωπαική ολοκλήρωση έγινε κατανοητή ως ένα πυραμιδοειδές ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα στην κορυφή του οποίου βρίσκονται λίγοι ισχυροί ηγεμονικοί καπιταλισμοί ενώ στην βάση αυτής της πυραμίδας είναι οι χώρες της λεγόμενης «ευρω-περιφέρειας» με πιο αδύνατες οικονομίες.

Η ίδια η ΕΕ, αντί να ερμηνευτεί ως ένα ευρωπαικό σχέδιο των αφεντικών για μια περισσότερο «ανταγωνιστική» και μια περισσότερο κερδοφόρα ευρωπαική καπιταλιστική οικονομία -ένα σχέδιο δηλαδή που ενσαρκώνει την κοινή θέληση των πιο δυναμικών τμημάτων της ευρωπαικής αστικής τάξης που οδηγούν την καπιταλιστική ανάπτυξη, τροποποιούν και οργανώνουν εκ νέου το έδαφος της καπιταλιστικής κυριαρχίας στην ευρωπαική ήπειρο- έγινε κατανοητή ως ένας μηχανισμός εσωτερίκευσης εντάσεων ιμπεριαλιστικών σχέσεων κυριαρχίας και εξάρτησης της περιφέρειας, εκχώρησης της εθνικής ανεξαρτησίας των χωρών της περιφέρειας.

Έτσι η ανάγκη εκπόνησης μιας στρατηγικής αντιπαράθεσης με την ΕΕ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στα πολιτικά εργαλεία του χθές και την πολιτική κληρονομία μιας αντιιμπεριαλιστικής και αντιμονωπολιακής αριστεράς των λαικών μετώπων, της αντίθεσης σε μια πολιτική εξάρτησης των χωρών της περιφέρειας από το κέντρο και μέσα σε αυτό το πλαίσιο και μιας ερμηνείας των ταξικών ανταγωνισμών των κοινωνίων της περιφερείας ως μια αντίθεση μεταξύ των («υγειών») παραγωγικών δυνάμεων του λαού απέναντι σε μια εξαρτημένη/παρασιτική/τοκογλυφική («κομπραδόρικη» όπως παλίοτερα λεγόταν) αστική τάξη που υπότασε τους όρους μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας στις σχέσεις εξάρτησης της από το διεθνές κεφάλαιο.

Αρκετά αργότερα, όταν ένα μεγάλο κύμα αντικαπιταλιστικών αγώνων ενάντια στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση θα συγκλόνιζε την ευρωπαική ήπειρο (γένοβα, νίκαια, στρασβούργο, αθήνα) η επιφυλακτικότητα και η αμηχανία με την οποία αυτό το ρεύμα της αριστεράς θα προσεγγίσει την δυναμική των αντιστάσεων που αναπτύσσονταν θα αποτέλεσε έκφραση των πολιτικών ορίων και των μειωμένων αντανακλαστικών μιας πολιτικής παράδοσης μέσα στην αριστερά που υποτίμησε ιστορικά το διεθνικό στοιχείο της ταυτότητας της έναντι του εθνικού –και αυτό προς χάριν μιας υπεράσπισης, δίχως κριτική, της πολιτικής κληρονομίας του ρεύματος της ιστορικής κομμουνιστικής αριστεράς και μαζι με αυτήν των αντιφάσεων και των ορίων του σταλινισμού.

Θέτοντας ως πρόταγμα ενός αναγκαίου, σύγχρονου, διεθνισμού της εποχής μας το ζήτημα της επικαιρότητας της ρήξης και της αποδέσμευσης από την ΕΕ θα βρεθεί μακρυά και από απόσταση κριτικής από τους κοινωνικούς αγώνες που θα αναζητήσουν τους όρους οικοδόμησης σήμερα των κοινών ευρωπαικών αντιστάσεων, μιας αναγκαίας ευρωπαικής στρατηγικής αντιστάσεων απέναντι στην ΕΕ και ενός νέου πολιτικού προτάγματος χειραφέτησης. Όχι τυχαία μπροστά σε ένα μεγάλο μέρος αγωνιστών και αγωνιστριών των ευρωπαικών κοινωνικών κινημάτων εκείνης της περιόδου η στάση αυτού του τμήματος της ευρωπαικής αριστεράς θα ταυτιστεί με μια αναχρονιστική στάση και έναν προσανατολισμό απομόνωσης.

Τσελιος χρ.

1 Πλούσια η βιβλιογραφία της αριστεράς πάνω στο ζήτημα μιας αποτιμησης του τρόπου με τον οποιο λειτούργησε τελικά η ευρωζώνη. Μέσα σε αυτήν μπορεί κανείς να συγκρατήσει μια συνοπτική ιστορική παρουσίαση της πορείας οικοδόμησης της ευρωζώνης του AlanThornett, «NotoabossesEuropethepoliticsoftheEUandtheeurozonecrisis», στο σύνδεσμο: http://internationalviewpoint.org/spip.php?article2578 αλλά και μια περισσότερο αναλυτική παρουσίαση των οικονομικών μηχανισμών λειτουργίας της ευρωζώνης από τον γάλλο οικονομολόγο MichelHusson, «The political economy of the “Euro-system”», στο σύνδεσμο: http://internationalviewpoint.org/spip.php?article2723.

2 Μια ακομή πτυχή αυτής της συζήτησης σχετικά με την “γερμανοποίηση” της ΕΕ είναι το γεγονός πως και αυτή η συγκριτικά πλεονεκτικότερη θέση του γερμανικού κεφαλαίου εντός ευρωζώνης δεν είναι ασφαλώς αποτέλεσμα της επιβολής των γερμανικών στρατευμάτων και ούτε απλώς της εφευρετικότητας της γερμανικής μηχανικής αλλά πολύ περισσότερο αποτέλεσμα της έκβασης μιας ταξικής αναμέτρησης που έλαβε χώρα πολύ νωρίτερα, εντός Γερμανίας, μεταξύ της γερμανικής αστικής τάξης και των γερμανών εργαζόμενων με την καθήλωση των μισθών για περισσότερο από μια δεκαετία σε ένα ευρωπαικό χαμηλό. Σε αυτό το σημείο είναι εξαιτερικά ενδιαφέρουσα η εργασία του Jörg Bibow, «Η κρίση ευρω-χρέους και το ευρωτρίλλημα της Γερμανίας», από το Levy Economics Institute of Bard College, στον σύνδεσμο: http://www.levyinstitute.org/pubs/wp_721GR.pdf

3 Στο άρθρο του Ηλία Ιωακείμογλου με τίτλο: «Ευρώ, το ευάλωτο νόμισμα», εφημερίδα Αυγή, 9 Μαίου 2010, στο σύνδεσμο: http://enthemata.wordpress.com/2010/05/09/%CE%B5%CF%85%CF%81%CF%8E-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CF%85%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%BF-%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1/.

4 Λέγοντας το παραπάνω εννοούμε μήπως πως η δημιουργία της ΕΕ αποτελεί έκφραση ενός στέρεου υπερεθνικού ευρωπαικού κράτους ενός αναδυόμενου ενιαίου ευρωπαικού ιμπεριαλισμού; Είναι αλήθεια, καταρχήν, πως η πορεία της ευρωπαικής ενοποίησης μπορεί να εκφράζει σε ορισμένους τομείς τις συλλογικές ανάγκες της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στον ανταγωνισμό τους με τις οικονομίες της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Όμως η βασική ιδέα αυτής της πορείας της ευρωπαικής ολοκλήρωσης βρίσκεται στο να μειωθεί δραστικά ο προστατευτισμός μεταξύ των χωρών του ανεπτυγμένου κόσμου, που οδηγεί σε «τόνωση» του ανταγωνισμού και της βιομηχανικής αναδιάρθρωσης σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι, συγχωνεύσεις και εξαγορές δεν αφορούν μόνο αυτές μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με στόχο τη δημιουργία ενός ομοιογενή και ενιαίου «ευρωπαϊκού καπιταλισμού» -με την κυριολεκτική έννοια του όρου- αλλά αφορούν στην πραγματικότητα το σύνολο του βιομηχανικού και εμπορικού συστήματος στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Υπό αυτήν την έννοια η επανεμφάνιση θεωρήσεων του σύγχρονου ιμπεριαλισμού μέσα από την οπτική της θεωρίας του υπερ-ιμπεριαλισμού του Κάουτσκι ή της Αυτοκρατορίας του Νέγκρι αποτυγχάνουν τελικά να δούν την πολυπλοκότητα των σύγχρονων οικονομικών σχέσεων.

5 Έτσι έχει ιδιαίτερη σημασία κανείς να σταθεί στις δυσάρεστες περιπέτειες που δοκίμασε η ΕΕ σε μια σειρά από κρίσιμες ψηφοφορίες και δημοψηφίσματα που έλαβαν χώρα στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Θα μπορούσε κάποιος να ανακαλέσει την καταψήφιση της Συνθήκης του Μάαστιρχτ από την δανία το 1992, την άρνηση εισόδου στο κοινό ευρωπαικό νόμισμα της βρετανίας, της σουηδίας και της δανίας το 1998, την εκ νέου απόρριψη εισόδου της δανίας στην ευρωζώνη το 2000 και ξανά από την σουηδία το 2003, την καταψήφιση της συνθήκης της νίκαιας από τον ιρλανδικό λαό το 2001, την καταψήφιση του προτεινόμενου σχεδίου “Ευρωπαικού Συντάγματος” απο τους λαούς της γαλλίας και της ολλανδιας το 2005 και τελευταία την απόρριψη της συνθήκης της Λισαβώνας από τον ιρλανδικό λαό το 2008.

6 Όλη η έκθεση βρίσκεται μεταφρασμένη στα ελληνικά στην ιστοσελίδα του R.Project και στο σύνδεσμο:“Στοιχεία συμβολής στην ανάλυση της πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη”, http://rproject.gr/article/stoiheia-symvolis-stin-analysi-tis-politikis-katastasis-stin-eyropi. Ο Josep María Antentas είναι καθηγητής κοινωνιολογίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης.

7 Για μια ολοκλήρωμένη αποτίμηση του ρεύματος του ευρωκομμουνισμού μπορεί κανείς να ανατρέξει στη μελέτη του βέλγου μαρξιστή Ερνέστ Μαντέλ, “Κριτική του Ευρωκομμουνισμού”, Εκδόσεις Νέα Σύνορα, Α. Λιβάνης, 1980, Αθήνα

8 Στο τέλος αυτής της διαδρομής ακόμη και το ζήτημα της συμμετοχής αριστερών/κομμουνιστικών κομμάτων σε αστικές κυβερνήσεις (σε εθνικό και περιφερειακό/τοπικό επίπεδο) θα αναχθεί σε ένα τακτικό ζήτημα που δεν παρουσιάζεται ως να μην συγκρούεται επί της αρχής με την στρατηγική αυτών των κομμάτων. Μετά την εμπειρία της συμμετοχής του ΚΚ Γαλλίας στην κυβέρνηση Ζοσπέν το 1997 θα έχουμε, σε έναν επόμενο κύκλο των ευρωπαικών αγώνων, την περίπτωση της ιταλικής Rifondazione με την δική της συμμετοχή στην κυβέρνηση Μόντι το 2006. Όχι τυχαία αυτές οι κυβερνητικές εμπειρίες θα οδηγήσουν αυτά τα κόμματα της ευρωπαικής αριστεράς μπροστά σε μια βαθία κρίση ενώ μεγάλες θα είναι οι συνέπειες και για τα κοινωνικά κινήματα των χωρών τους αφού αυτές οι κυβερνητικές εμπειρίες θα βιωθούν ως μια συνολικότερη ήττα της αριστεράς και μια κρίση της στρατηγικής εν γένει. Παρόλα αυτά το «κυβερνητικό ζήτημα» παραμένει ένα αδύνατο σημείο στην προσπάθεια οικοδόμησης εκ νέου ενός ευρωπαικού αριστερού πόλου μέσα από τις γραμμές του κόμματος της Ευρωπαικής Αριστεράς.

9 Η εξοικείωση αυτή θα διευκολυνθεί -για ένα τουλάχιστον τμήμα αυτών των κομμάτων- από την προοπτική μιας οργανικής ένταξης σε μια νέα ευρωπαική οικογένεια που το φλερτάρισμα με την αγκαλία της ευρωπαικής γραφειοκρατίας θα προσφέρει –σε αναλογίες με το ιστορικό ανάλογο ενσωμάτωσης στο εθνικό κράτος.

10 Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία αντίπαλο δέος απέναντι στην αμερικάνικη κυριαρχία είναι ένας αναγκαίος συνασπισμός δύναμης μεταξύ των ευρωπαικών κρατών –και πιο συγκεκριμένα πάνω στο γαλλογερμανικό άξονα. Η ειδική σχέση που μπορουν να διαμορφώσουν οι μεγάλες ευρωπαικές δυνάμεις μέσα σε ένα πλαίσιο σύγκλισης των κοινών ευρωπαικών συμφερόντων τους θα αποτελέσει τον πυρήνα μιας διαδικασίας εξέλιξης και ωρίμανσης των κοινών ευρωπαικών θεσμών, του ευρωπαικού επικοδομοίματος εν γένει. Στην πραγματικότητα αυτή η θεωρία αδυνατεί να μας εξηγήσει γιατί οι ΗΠΑ – οργανωτης υποτίθεται σε παγκόσμια κλίματα του νεοφιλελευθερισμου- υιοθετούν σήμερα μέτρα χαλάρωσης μιας σκληρά μονεταριστικής πολιτικής (κρατικός δανεισμός, έκδοση χρήματος) ενώ είναι η ΕΕ που επιμένει σε μια σκληρα νεοφιλελεύθερη γραμμή. Πιο σημαντικό όμως πρόβλημα με αυτήν την σχολή σκέψης είναι πως υποτιμά τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του ίδιου του ευρωπαικού καπιταλισμού. Έτσι πίσω από την σύγκρουση ενδοιμπεριαλιστικών συμφερόντων (όπως την εποχή της αμερικάνικης εισβολής στο Ιράκ) είναι πάντοτε πρόθυμοι να διακρίνουν τις αρετές μιας Ευρώπης ικανής να υπηρετήσει τις αξίες μιας σταθερής, παγκόσμιας ανάπτυξης των λαών αλλά όταν είναι ο ευρωπαικός ιμπεριαλισμός που σηκώνει τα δικά του όπλα (όπως πρόσφατα στην επέμβαση του γαλλικού στρατού στο Μάλι) οι ευρωπαίοι φεντεραλιστές δεν έχουν παρά να κρύβονται πίσω από τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και την επισήμανση ενός δήθεν αναγκαίου πολυεθνικού χαρακτήρα των επεμβάσεων. Δες σχετικά στην στάση του ΚΚ Γαλλίας απέναντι στην γαλλική επέμβαση στο Μάλι.

11 Η διαπίστωση δεν είναι δική μας αλλά του Αλέξη Τσίπρα και έχει εκφραστεί σε διάφορες στιγμές. Συγκρατούμε, μεταξύ άλλων την συνέντευξη τύπου του επικεφαλή του ΣΥΡΙΖΑ στην επίσκεψη του στις ΗΠΑ και τις επαφές που εκεί είχε με πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες των ΗΠΑ και του ΔΝΤ.

12 Ξανά η διαπίστωση του Αλέξη Τσίπρα από την ίδια συνέντευξη. Από την εποχή εκείνων των δηλώσεων έχει παρέλθει αρκετός καιρός και –μεταξύ άλλων- η πολύ σημαντική εμπειρία της περίπτωσης διαχείρισης του χρέους της Κύπρου. Ως ενδεικτική όμως ενός ανησυχητικού εφυσηχασμού της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ για το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων που μια αριστερή κυβέρνηση θα μπορούσε να πετύχει μέσα στο πλαίσιο των ευρωπαικών ζυμώσεων θα συγκρατήσουμε μια ακόμη δήλωση του Τσίπρα σύμφωνα με την οποία η έξοδος μιας χώρας από το ευρώ του φαίνεται ως παραμύθι με δράκο. Η αναφορά στο σύνδεσμο της εφημερίδας Το Βήμα: http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=479508, στις 15 Οκτώβρη του 2012.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Information

This entry was posted on June 19, 2013 by in Αναλύσεις.
%d bloggers like this: