Αριστερή Παρέμβαση

Η συζήτηση σήμερα για μια αριστερή στρατηγική για την Ευρώπη (β’ μέρος)

Το ζήτημα για την ΕΕ δεν είναι ένα ζήτημα ιστορικής ή θεωρητικής σημασίας για την αριστερά. Μπροστά στην σημερινή οικονομική κρίση η ΕΕ αποτελεί αποφασιστικής σημασίας κόμβο πάνω από τον οποίο η Αριστερά είναι υποχρεωμένη να περάσει προκειμένου να διαμορφώσει μια στρατηγική διεξόδου για τους ευρωπαϊκούς κοινωνικούς αγώνες που γεννά η σημερινή οικονομική κρίση.

Υπό αυτήν την έννοια, το σύνολο των επισημάνσεων που προηγουμένως εκτέθηκαν έχουν το χαρακτήρα ενός εισαγωγικού μόνο πλαισίου αναφοράς εντός του οποίου μπορεί κανείς να τοποθετήσει και ακολούθως να συσχετίσει και να αξιολογήσει τις διαφορετικές απαντήσεις που εμφανίζονται μέσα στην ευρωπαϊκή αριστερά σχετικά με μια ζητούμενη αριστερή στρατηγική για την Ευρώπη.

Όχι τυχαία, μέσα στις συνθήκες αυτής της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που χτυπά την ΕΕ, η συζήτηση μιας ζητούμενης αριστερής στρατηγικής για την Ευρώπη εμφανίστηκε και ως μια “αντιπαράθεση” διαφορετικών οικονομικών προσεγγίσεων για το χαρακτήρα μιας εναλλακτικής αριστερής διεξόδου από την κρίση χρέους.

 

Ο διάλογος Ισόν – Λαπαβίτσα

Συνοψίζοντας αυτόν τον εν εξελίξει διάλογο μέσα στην ευρωπαϊκή αριστερά μπορούμε να σταθούμε στην συζήτηση που έλαβε χώρα μεταξύ Μισέλ Ισόν  και Κώστα Λαπαβίτσα και παρουσιάζεται στην έκδοση του τεύχους του 2012 (τεύχος ν.48) του βρετανικού περιοδικού Sosialist Register μέσα σε ένα φάκελο συζήτησης υπό τον τίτλο «Η Κρίση και η Αριστερά»1.

Ο Ισόν, εκκινώντας από την διαπίστωση πως η σημερινή αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, η συμφωνία για σταθερούς προϋπολογισμούς  και η απόλυτη απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και της κίνησης κεφαλαίων καταρρέουν με εκκωφαντικό τρόπο πάνω στις πλάτες των ευρωπαϊκών κοινωνιών εστιάζει την προσοχή του σε δύο άμεσα καθήκοντα για το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα. Πρώτον, την ανάγκη να υπάρξει αντίσταση στην επίθεση λιτότητας και άρνηση πληρωμής του χρέους με το χαρακτήρα είτε της χρεοκοπίας είτε της επαναδιαπράγμευσης. Δεύτερον, σε ένα ζητούμενο άλλο τρόπο διανομής του πλούτου της κοινωνίας και μια πραγματική δημοσιονομική μεταρρύθμιση που θα πάρει πίσω τα “δώρα” που δίνονταν για χρόνια στις επιχειρήσεις και τους πλούσιους αλλά και θα υποστηρίξει την διαγραφή του χρέους που οφείλουμε να πραγματοποιήσουμε υπερ των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Σχετικά με την επιλογή μιας χώρας για την αποχώρηση της από την ευρωζώνη , ο Ισόν σημειώνει: «Θα επέτρεπε η έξοδος μιας χώρας από την ευρωζώνη τη χαλάρωση ενός ασφυκτικού θεσμικού πλαισίου που οικοδομείται χρόνια τώρα ενάντια στους ευρωπαϊκούς λαούς; Κατάφερε μήπως η Αγγλία σήμερα -και οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης παλιότερα όταν δεν ήταν μέλη της ευρωζώνης- να προστατευτούν στο ελάχιστο από τη περιρρέουσα λιτότητα2.

 

Απαντώντας αρνητικά στο ερώτημα αυτό ο Ισόν θεωρεί ότι η επιλογή μιας αριστερής κυβέρνησης για έξοδος από την ευρωζώνη είναι ένα μείζον στρατηγικό λάθος που δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει σε μια επόμενη φάση της παγκόσμιας κρίσης –όχι με λιγότερες επιπτώσεις για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η έξοδος από την ευρωζώνη και η επιστροφή σε ένα εθνικό νόμισμα οδηγεί σε μια υποτίμηση του νέου νομίσματος και ένα νέο γύρο κερδοσκοπικών επιθέσεων που ακολούθως θα άνοιγε έναν επόμενο κύκλο υποτιμήσεων, πληθωρισμού και λιτότητας. Για τον Ισόν όμως η επιλογή εξόδου είναι λάθος και από τακτική πλευρά αφού μπροστά σε μια αναμέτρηση δυνάμεων που θα άνοιγε η αποχώρηση μιας χώρας και η κρίση συνολικά της Ευρωζώνης η εργατική τάξη της χώρας που θα αποχωρούσε θα καλούταν να δώσει ένα αγώνα απομονωμένη από την υπόλοιπη ευρωπαϊκή τάξη ενώ, αντιθέτως, στην περίπτωση που μια χώρα –και μια αριστερή κυβέρνηση- λαμβάνει μέτρα αντίθετα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο αλλά εντός της ευρωζώνης τότε οι συσχετισμοί που θα αναπτύσσονταν γύρω από την αντιπαράθεση που θα ξέσπαγε -μέσα όμως στην Ευρωζώνη- θα ήταν ευνοϊκότεροι για το κόσμο της εργασίας.

Για τον Ισόν ακόμη και εάν κάθε εναλλακτικό σχέδιο προγράμματος και άμεσων απαντήσεων που η ευρωπαϊκή αριστερά μπορεί να προτείνει δεν καταφέρνει –μέσα στους σημερινούς συσχετισμούς δύναμης–να φαντάζει παρά μόνο μια προπαγανδιστικού τύπου απάντηση3, η ριζοσπαστική αριστερά έχει παρόλα αυτά καθήκον να τοποθετείται απέναντι στην ακροδεξιά και την εφεδρεία αντιδραστικότερων λύσεων που μπορούν να εμφανιστούν από το στρατόπεδο των εθνικών αστικών τάξεων (όπως είναι η επιλογή επιστροφής σε συνθήκες ενός δόγματος εθνικού απομονωτισμού) και να στέκεται με επιμονή πάνω στην ανάγκη σύνδεσης των κοινωνικών αγώνων που αναπτύσσονται σε κάθε χώρα με επιχειρήματα υπέρ μιας άλλης Ευρώπης, να αναγνωρίσει την σύγκρουση που ήδη αναπτύσσεται ως αναπόφευκτη και να εργαστεί για την οικοδόμηση ενός ευνοϊκότερου συσχετισμού δύναμης -μέρος του οποίου είναι η ευρωπαϊκή διάσταση.

Έτσι λοιπόν, για τον Ισόν, είναι θεμιτό η ευρωπαϊκή αριστερά να επεξεργαστεί κάποιους ενδιάμεσους στόχους που αμφισβητούν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και σε αυτήν την κατεύθυνση εστιάζει: (1) στην δυνατότητα των κρατών μελών να μπορούν να δανείζονται απευθείας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) με πολύ χαμηλό επιτόκιο, (2) στην λειτουργία ενός μηχανισμού πτώχευσης, που θα επιτρέψει την παραγραφή μέρους του δημόσιου χρέους, ανάλογου με τις φοροαπαλλαγές των πλουσίων και των χρημάτων που δαπανήθηκαν για τη σωτηρία των τραπεζών και τέλος (3) στην σταθεροποίηση του προϋπολογισμού των χωρών μελών μέσω εναρμονισμένης σε όλη την ευρωζώνη δημοσιονομικής μεταρρύθμισης που θα προβλέπει τη φορολόγηση με ένα ενιαίο πανευρωπαϊκό ποσοστό, των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, των μερισμάτων, της μεγάλης περιουσίας, των υψηλών μισθών και εισοδημάτων από κεφάλαιο.

Επικριτικός απέναντι σε αυτούς τους ενδιάμεσους στόχους στέκεται ο Κώστας Λαπαβίτσας. Αν και καταρχήν συμφωνεί με ένα σύνολο βασικών αξόνων δράσης μιας ενιαίας στρατηγικής απάντησης από την μεριά της ευρωπαϊκής αριστεράς που θα θέτει ως στόχο: (1) την αντίσταση στις πολιτικές λιτότητας, (2) την ριζική φορολογία και τον έλεγχο των κεφαλαιακών ροών, (3) την εθνικοποίηση/κρατικοποίηση των τραπεζών κάτω από δημοκρατικό έλεγχο και (4) τον δημοκρατικό/κοινωνικό έλεγχο του χρέους των χωρών μελών με ανοιχτό το ενδεχόμενο της διαγραφής μέρους αυτού, έχει –παρόλα αυτά– την γνώμη οτι μπροστά σε μια ποικιλία συγκεκριμένων μέτρων που προτείνονται από το χώρο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς αναφορικά με το χρέος «το έδαφος γίνεται ιδιαίτερα επισφαλές, και αυτό γιατί προσεγγίζει την χάραξη της τρέχουσας πολιτικής των κυβερνήσεων της Ευρώπης».

Για τον Λαπαβίτσα η κρίση αποτελεί ένα βαρυσήμαντο γεγονός για την Ευρώπη και αυτό γιατί –μεταξύ άλλων–  «κατέστρεψε τις κοντόφθαλμες ιδέες περί ευρωπαϊκής συμμαχίας και ομοσπονδίας  που παρείχαν ιδεολογική κάλυψη στην ευρωζώνη» . Με αυτό το τρόπο η κρίση δίνει μια ευκαιρία στην αριστερά να ανακτήσει τον βηματισμό της προτείνοντας αντικαπιταλιστικές λύσεις που θα εστιάζουν σε μια Ευρώπη μετά την κρίση και σε σοσιαλιστική πορεία. Εάν κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει γίνει ακόμη κατορθωτό αυτό οφείλεται, σύμφωνα με την ανάγνωση που κάνει ο Λαπαβίτσας μέσα στην συγκυρία , στο γεγονός πως μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Αριστεράς εξακολουθεί να βρίσκεται στο έλεος του «ευρωπαϊσμού» προτάσσοντας απαντήσεις που έχουν το χαρακτήρα μιας τεχνικής διευθέτησης μέσα στον ισχύον ευρωπαϊκό πολιτικό και οικονομικό σύστημα και προσανατολίζονται στο να επιλύσουν με θετικό τρόπο μια δομικής φύσεως αντίφαση της ευρωζώνης μεταξύ της δημοσιονομικής ετερογένειας και της νομισματικής ομοιογένειας.  Προχωρώντας ακόμη παραπέρα σημειώνει πως μια σειρά από προτάσεις που προέρχονται από το χώρο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και εστιάζουν στο χαμηλότοκο δανεισμό κρατών μελών της ευρωζώνης από την ΕΚΤ, την έκδοση ευρωομολόγων, την μεταφορά του δημόσιου χρέους στις δευτερογενείς αγορές, μια συντονισμένη ευρωπαϊκή πολιτική επενδύσεων προσανατολισμένη στην αύξηση της παραγωγικότητας της περιφέρειας και την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής οικονομίας και μια δημοκρατική και προοδευτική μεταρρύθμιση της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης ώστε να οδηγηθούμε (κάποτε) σε ένα “καλό ευρώ” έχουν το μειονέκτημα προτάσεων που -αν και ακούγονται εύηχες- καταλήγουν σε γενικόλογες και οραματικού τύπου εξαγγελίες μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής και ενός νέου πολιτικού συμβολαίου επανίδρυσης της ΕΕ4.

Εδώ ο Λαπαβίτσας εστιάζει σε ένα αδύναμο σημείο στην ανάγνωση της συγκυρίας που διατηρεί ένα μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς τόσο για το χαρακτήρα της κρίσης όσο και για τις δυνατότητες εξόδου από αυτήν. Στην γενική πολιτική τοποθέτηση του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς επανέρχονται ξανά δύο ζητήματα που φαίνεται να αποτελούν αχίλλειο πτέρνα στην τοποθέτηση του μέσα στην περίοδο: πρώτον, εφόσον η παρούσα κρίση είναι βαθιά δομική και αποτελεί ένα ιστορικό σημείο καμπής στις δυνατότητες του συστήματος για μια επανασταθεροποίηση, άνοιγμα δηλαδή ενός επόμενου νέου μακρύ κύματος καπιταλιστικής ανάπτυξης, τότε, το πρόταγμα από την αριστερά μιας σειράς συμβατικών πολιτικών διαχείρισης του χρέους που επιδιώκουν να νουθετήσουν έναν «αμετροεπή» πλούσιο βορρά με νέοκεϋνσιανές συνταγές επέκτασης μιας πολιτικής πίστωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων του νότου και επίμονες διακηρύξεις περί των κοινών συμφερόντων Βορρά – Νότου καταδεικνύει μια στάση που υποτιμά το ίδιο το βάθος της κρίσης και υποκρύπτει μια υπερβολική πίστη στις δυνατότητες του συστήματος να αυτοεξυγιανθεί, επιστρέφοντας με σωφροσύνη και εγκράτεια σε ένα προηγούμενο σημείο κοινωνικών/ταξικών ισορροπιών.

Και επιπρόσθετα, μια συζήτηση για τις δυνατότητες μεταρρύθμισης του ευρώ και για μια αλλαγή της στρατηγικής της Ευρώπης προκειμένου το “ευρώ να γίνει βιώσιμο”5, εισάγει μέσα στην αριστερά την ιδέα ενός μεσοπρόθεσμου στόχου διεκδίκησης ενός “καλού ευρώ” στην κατεύθυνση εξόδου από την κρίση. Με αυτόν τον τρόπο, όπως εύστοχα σημειώνει ο Ιωακείμογλου σε άρθρο του στην Αυγή, «μπροστά στους σημερινούς κοινωνικούς αγώνες του νότου, που δεν μπορούν –μόλις υπερβούν ένα ορισμένο κατώφλι– παρά να θέσουν σε δοκιμασία την ίδια την σταθερότητα του ευρώ ως ταξικό εργαλείο των αστικών τάξεων της Ευρώπης, ένα τμήμα της Αριστεράς φαίνεται να θέτει ένα εσωτερικό όριο στο ύψος των διεκδικήσεων της»6. Το όριο αυτό έχει ήδη φανεί στις διαρκείς μετατοπίσεις της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ –την πιο προχωρημένη περίπτωση μέσα στο ευρωπαικό χώρο όπου η αριστερά ετοιμάζεται από την θέση κυβέρνησης να θέσει τους δικούς της όρους για μια έξοδο από την κρίση. Και είναι ένα όριο υποταγμένο στον ρεαλισμό μιας σταδιακής συμφιλίωσης και αποκατάστασης επικοινωνίας με το ευρωπαικό κατεστημένο και σε ευθυγράμμιση με το περίφημο δόγμα Τσίπρα “μένουμε ευρώ”7 όπως εκφράστηκε στο τελευταίο μόλις συνέδριο του Economist τον περασμένο Απρίλη.

Ο Λαπαβίτσας, στην δική του τοποθέτηση, θα προχωρήσει ακόμη ένα βήμα θέτοντας το ζήτημα της εξόδου μιας χώρας μέλους της ευρωζώνης από ευρώ ως προυπόθεση μιας πορείας διεξόδου από την οικονομική κρίση που βαραίνει τις οικονομίες της ΕΕ. Οπως ο ίδιος σημειώνει: «Ο -υπαρκτός- διαχωρισμός ανάμεσα σε κέντρο και περιφέρεια συνεπάγεται ότι μια ριζοσπαστική αριστερή εναλλακτική λύση θα διαφοροποιούσε αναγκαστικά την ευρωζώνη και αυτό γιατί είναι παραπλανητικό να σκεφτόμαστε ότι η υψηλότεροι μισθοί αποτελούν μέτρο για την διάσωση του ευρώ. Δεν υπάρχει καπιταλιστική τάξη που θα επεδίωκε συστηματικά την αύξηση αμοιβών των εργαζομένων για την αποκατάσταση μιας ισορροπίας μέσα στην ευρωζώνη, δεδομένου ότι αυτό θα έπληττε στην συνέχεια την ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας της. Στην περιφέρεια, αφ ‘ετέρου , η άμεση προσοχή σε μια ριζοσπαστική εναλλακτική  λύση πρέπει να δοθεί στο βάρος του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους ενώ η αναδιαπραγμάτευση με πρωτοβουλία του οφειλέτη θα μπορούσε άμεσα να εγείρει το θέμα συμμετοχής στην ευρωζώνη,  δεδομένου ότι οι δανειστές είναι οι χώρες του κέντρου. Η έξοδος -επομένως- αποτελεί μια σημαντική συνιστώσα της αριστερής ριζοσπαστικής στρατηγικής που θα μπορούσε να ακυρώσει την λιτότητα, αναδιαρθρώνοντας τις οικονομίες προς όφελος των εργαζομένων»8.

Ο Λαπαβίτσας αναγνωρίζει πως η αλλαγή  της νομισματικής πολιτικής θα φέρει ένα μεγάλο σοκ στις οικονομίες της περιφέρειας και θα απαιτήσει  ένα ευρύ πρόγραμμα οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών. Προκειμένου μάλιστα η οικονομική κρίση να μην μετατραπεί και σε τραπεζική κρίση θα απαιτηθεί η υιοθέτηση μέτρων όπως η δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχος των τραπεζικών ιδρυμάτων, η προστασία των καταθέσεων, η αποφυγή τραπεζικών διαρροών, η επιβολή ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων9. Όση και να είναι η πρόσθετη πίεση που θα ασκηθεί μεσοπρόθεσμα σε ένα κράτος μέλος της ευρωζώνης που θα υιοθετήσει μια τέτοια ριζοσπαστική εναλλακτική λύση, αυτή η επιλογή θα επιτρέψει προοπτικά την άρση των περιορισμών από τον παραγωγικό τομέα και μια ακόλουθη ενίσχυση των εξαγωγών πιο σύντομα και με ένα κοινωνικά δικαιότερο τρόπο. Η αύξηση των τιμών των εισαγομένων αγαθών,από την άλλη πλευρά, θα ασκήσει ασφαλώς μια πίεση στο εισόδημα των εργαζομένων αλλά μια αριστερή κυβέρνηση θα μπορούσε να εξισορροπίσει αυτήν την πίεση με μέτρα αναδιανεμητικού χαρακτήρα μέσω της φορολογίας και της εισοδηματικής πολιτικής.

Στην συλλογιστική του Λαπαβίτσα σχετικά με μια αναγκαία αριστερή στρατηγική στην Ευρώπη, κεντρική σημασία έχει η εκτίμηση πως η διεκδίκηση της εξόδου μιας χώρας από την ευρωζώνη -συμπυκνώνοντας αιτήματα μιας ζητούμενης νέας βιομηχανικής πολιτικής των χωρών της περιφέρειας, τόνωσης της παραγωγικής ικανότητας και της απασχόλησης- αποτελεί αποφασιστικό όρο για την απελευθέρωση των κοινωνικών δυναμικών μιας «νέας ισορροπίας δυνάμεων ενάντια στο κεφάλαιο, δημιουργώντας καλύτερες συνθήκες για την επίλυση των ζητημάτων της αναδιανομής, της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Από αυτή την άποψη μια ριζοσπαστική αριστερή εναλλακτική λύση θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την σοσιαλιστική αλλαγή μέσω της βελτίωσης των  κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών των εργαζομένων»10.

Χρειάζεται εδώ να σημειώσουμε πως τόσο η θέση του Λαπαβίτσα για έξοδο από το ευρώ όσο και αρκετών άλλων αριστερών που επιμένουν πάνω στο ζήτημα της εξόδου χωρών μελών της ΕΕ από την ευρωζώνη ως αναγκαίο όρο μιας προοδευτικής, σοσιαλιστικής διεξόδου από την κρίση δεν θα πρέπει να ταυτίζονται με απόψεις που βρίσκουν ξανά γόνιμο έδαφος μέσα στην αριστερά σχετικά με την επικαιρότητα των αιτημάτων της εθνικής ανεξαρτησίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της αναγκαιότητα ενός “παλαιικού αγώνα” ενάντια στην επιβολή ενός καθεστώτος “νέο-αποικιοκρατίας” στις χώρες της περιφέρειας. Και που με πρόσχημα την αναγκαιότητα η αριστερά να “σπάσει τα στεγανά” και να “απελευθερωθεί” ως εθνική δύναμη προόδου για το λαό, επιχειρούν ξανά μια στρατηγική προσαρμογή στο πρόγραμμα της αριστεράς σε σχέση με την επικαιρότητα του σοσιαλισμού ως άμεσο πολιτικό στόχο και την παρένθεση ενός ενδιάμεσου σταδίου μιας αντιμονοπωλιακής συμμαχίας, της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και κάπου εκεί μιας αφηρημένης αναφοράς για έναν “προοδευτικό” μετασχηματισμό του αστικού πολιτικού συστήματος –που χαμηλώνει τον ορίζοντα της αριστεράς στην υπόσχεση μιας φιλολαϊκής, προοδευτικής, αριστερής αστικής κυβέρνησης τύπου ΑΚΕΛ εν μέσω κρίσης11.

Ο Ισόν, εστιάζοντας την προσοχή του σε μια συζήτηση για την στρατηγική μιας σοσιαλιστικής μετάβασης από το σημείο της σημερινής κρίσης, επανέρχεται στις απόψεις του Λαπαβίτσα για έξοδο από το ευρώ για να προσθέσει ορισμένες κρίσιμες παρατηρήσεις σχετικά με το σύνθετο διεθνικό πλαίσιο της καπιταλιστικής κυριαρχίας που η διεθνοποίηση του κεφαλαίου έχει διαμορφώσει και μέσα σε αυτό τις δυνατότητες και τα όρια μίας αριστερής εναλλακτικής στρατηγικής που θα θέσει ως προμετωπίδα του προγράμματος της την έξοδο από την ευρωζώνη. Απέναντι σε μια -δημοφιλή μέσα στην αριστερά- άποψη πως μια πολιτική νομισματικής υποτίμησης αρκεί για την επαναβιομηχανοποίηση των χωρών της περιφέρειας ο Ισόν σημειώνει πως «η ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας συνεχίζει να στηρίζεται σε υλικά στοιχεία: την αύξηση της παραγωγικότητας, της καινοτομίας, της βιομηχανικής εξειδίκευσης κλπ. Έτσι το να σκέφτεται κανείς πως ο χειρισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών μπορεί να είναι αρκετός για να εξασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας είναι σε μεγάλο βαθμό μια ψευδαίσθηση.

[…] Αντίθετα μια πολιτική υποτίμησης του εθνικού νομίσματος και συνακόλουθα αύξησης των τιμών εισαγωγών θα έχει άμεσες επιπτώσεις στον πληθωρισμό της χώρας ακυρώνοντας εν μέρει τα κέρδη από την αύξηση των εξαγωγών. Είναι γι’ αυτό το λόγο που μια πολιτική υποτιμήσεων οδηγεί τις περισσότερες φορές και σε μια ένταση πολιτικών λιτότητας που σε τελευταία ανάλυση πλήττουν πολύ περισσότερο τους εργαζόμενους από ότι το κεφάλαιο και τον συσσωρευμένο πλούτο που μπορούν ευκολότερα να δραπετεύσουν από μια περιοριστική πολιτική προστατευτισμού.

[…] Μια τέτοια στρατηγική δεν μπορεί επίσης να είναι μια εναλλακτική που να αφορά όλη την ευρώπη. Θέτοντας κανείς την υποτίμηση του νομίσματος ως βασική προϋπόθεση για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μιας χώρας αποδέχεται κανείς και ένα πλέγμα οικονομικών σχέσεων των κρατών που θα στηρίζεται σε ένα μοντέλο (διαδοχικών;) υποτιμήσεων για την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας και την απόκτηση ενός διευρυμένου μεριδίου της αγοράς από τους εμπορικούς ανταγωνιστές»12. Μια τέτοια προοπτική -γνωρίζουμε πολύ καλά στον ευρωπαϊκό νότο- δεν είναι από μόνη της ούτε καν μια κατ’ ανάγκη αριστερή απάντηση στην κρίση.

 

Από την συζήτηση για το ευρώ στην συζήτηση για το πρόγραμμα

Που μπορεί όμως αυτή η αντιπαράθεση εκατέρωθεν επιχειρημάτων να σταματήσει; Εάν δεν θέλουμε να εγκλωβιστούμε στην εσωτερική δυναμική μιας ενδοαριστερής αντιπαράθεσης όπου η επιθυμία κάθε πλευράς να υπερισχύσει των επιχειρημάτων της άλλης μας οδηγεί σε μια διολίσθηση πολεμικών χρειαζόμαστε να βρούμε το στέρεο έδαφος πάνω στο οποίο αξίζει να επιχειρήσουμε να συσχετίσουμε και να συναρθρώσουμε τις διαφορετικές εναλλακτικές αριστερές προσεγγίσεις.

Μέχρις αυτό το σημείο έχουμε μάλλον καταφέρει να αναγνωρίσουμε δύο αντιδιαμετρικούς κινδύνους για μια αριστερή στρατηγική για την Ευρώπη. Ο ένας κίνδυνος είναι αυτός του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού ως στρατηγική για την μετεξέλιξη του υπάρχοντος ευρωπαϊκού πολιτικού εποικοδομήματος και ταυτόχρονα ένα εσωτερικό όριο των εργατικών/λαϊκών διεκδικήσεων. Η υπόσχεση μιας προοπτικής σταδιακών πολιτικών μεταρρυθμίσεων και μιας πορείας ευρωπαϊκής εναρμόνισης που θα μας οδηγήσει υποτίθεται κάποια στιγμή σε ένα προνομιακό συσχετισμό δύναμης για τις δυνάμεις μιας κοινωνικής, σοσιαλιστικής ευρώπης ή –ακόμη χειρότερα– απλώς σε μια νέα, περισσότερο ισορροπημένη, αρχιτεκτονική αυτής της (καπιταλιστικής) ΕΕ.

Ο άλλος κίνδυνος είναι αυτός μιας προγραμματικής προσαρμογής και μετατόπισης των συμμαχιών της αριστεράς προς τα δεξιά για την συγκρότηση μιας νέας εθνικής αστικής στρατηγικής προστατευτισμού ως απάντηση στην αδυναμία ενός σημαντικού τμήματος της εθνικής αστικής τάξης να ανταποκριθεί θετικά στην πρόκληση πρόσδεσης της οικονομίας των χωρών της περιφέρειας με το στενό πυρήνα των πιο ανταγωνιστικών οικονομιών της ευρώπης. Αυτό το κίνδυνο εκφράζει η επιλογή σήμερα του ΑΚΕΛ να συμπαραταχθεί πίσω από το τμήμα της κυπριακής αστικής τάξης -που συμβολικά εκφράζει ο Χρυσόστομος- με την πρόταση για συντεταγμένη έξοδο από το ευρώ και την ευρωζώνη13.

Εστιάσουμε λοιπόν την προσοχή μας, μέσα σε αυτήν την συζήτηση, σε όσους τοποθετούνται με τρόπο σαφή υπέρ μιας αριστερής στρατηγικής που θέτει εντός ημερησίας διάταξης το επίκαιρο ζήτημα της σοσιαλιστικής αλλαγής στις κοινωνίες μας: σε κάθε χώρα μέλος της ευρωζώνης, σε όλη την ευρώπη και παγκόσμια. Η συζήτηση αυτή αφορά –όπως πάρα πολύ εύστοχα μας υποδεικνύει ο Στάθης Κουβελάκης σε ένα άρθρο απάντηση του στον Ευκλείδη Τσακαλώτο–  τη στρατηγική που μας επιτρέπει να ανοίξει με τρόπο συγκεκριμένο τη δυνατότητα μιας τέτοιας αλλαγής.

Όπως χαρακτηριστικά αναπτύσσει το ζήτημα ο Κουβελάκης: «μπορεί κάτι τέτοιο να ακούγεται αυτονόητο για όσους συμμερίζονται τον τελικό στόχο, αλλά δεν είναι. Η συζήτηση περί (πολιτικής) στρατηγικής αποκτά νόημα μόνο αν δεχθούμε ότι ο σοσιαλισμός δεν έρχεται ούτε ως απόληξη προπαγανδιστικής δραστηριότητας υπέρ καθαρών σοσιαλιστικών θέσεων ούτε ως προϊόν συνεπούς και επιτυχούς υπεράσπισης συνδικαλιστικού τύπου αιτημάτων. Το αιτούμενο της είναι η παρέμβαση στα σημεία εκείνα που συμπυκνώνουν τις αντιθέσεις της συγκυρίας με στόχο την όξυνση τους, την ενεργοποίηση της κίνησης των μαζών και την ανακίνηση του ζητήματος της εξουσίας […] ως εκ τούτου, η στρατηγική παρέμβαση με αντικαπιταλιστική στόχευση εξ αντικειμένου συγκροτείται γύρω από μεταβατικούς στόχους που επικεντρώνονται στα επίδικα της συγκυρίας. Γι’ αυτό και καμιά σοσιαλιστική επανάσταση δεν έγινε χάριν άμεσων σοσιαλιστικών αιτημάτων, αλλά με στόχους που σε άλλες συγκυρίες μπορεί να μην είχαν τίποτε το επαναστατικό ωστόσο στη συγκεκριμένη χάραζαν ακριβώς τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δυνάμεις που ήταν σε τροχιά ρήξης με το σύστημα και όσες την αρνούνταν, οδηγώντας τις κοινωνίες τους στην καταστροφή»14.

Είναι λοιπόν από αυτήν την άποψη που θα πρέπει να κριθούν, για τον Κουβελάκη, οι προτάσεις για στάση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ. Όχι από τον βαθμό προσέγγισης τους με «καθαρόαιμα» σοσιαλιστικά αιτήματα αλλά από τη δυναμική ριζοσπαστικοποίησης που ενέχουν, από την ικανότητά τους να αντιπαρατεθούν κεντρικά με τις επιλογές του κυρίαρχου κοινωνικού μπλοκ και των διεθνών στηριγμάτων του, και να προτείνουν μια εναλλακτική πορεία στην κοινωνία15.

Η παρέμβαση αυτή του Κουβελάκη σχετικά με την επικαιρότητα των αιτημάτων της αριστεράς και την κωδικοποίηση του πολιτικού της προγράμματος ως ένα άμεσο και μάχιμο πρόγραμμα θέσεων έχει μια ιδιαίτερη αξία μέσα στην ευρύτερη συζήτηση που έχει ανοίξει. Είναι μια παρέμβαση που μας υπενθυμίζει πως η συζήτηση αυτή δεν θα πρέπει να αναγνώσκεται ως μια τεχνική συζήτηση, μια συζήτηση ειδικών ή ένα πεδίο αντιπαράθεσης τεχνοκρατών, διαφορετικών οικονομικών σχολών κτλ. Είναι αντίθετα μια συζήτηση που αφορά την διαμόρφωση μιας μάχιμης πολιτικής γραμμής μέσα στις οργανώσεις της αριστεράς, αφορά ένα ζωντανό πολιτικό υποκείμενο, την ανάπτυξη μιας απάντησης και την διαμόρφωση ενός εναλλακτικού πολιτικού προγράμματος εξουσίας των από κάτω. Αυτή η συζήτηση αφορά το κάθε ένα μέλος των οργανώσεων της αριστεράς που έχει το δημοκρατικό δικαίωμα να κρίνει και να συνδιαμορφώσει –όχι όμως απλά ως ψηφοφόρος αλλά ως ενεργό μέλος μιας αριστερής οργάνωσης και στα πλαίσια ενός δημοκρατικά οργανωμένου εσωτερικού πολιτικού διαλόγου- το στίγμα της πολιτικής παρέμβασης της οργάνωσης του.

Συνεχίζοντας τον συλλογισμό του ο Κουβελάκης στο παραπάνω άρθρο εκτιμά πως «τα αιτήματα για την παύση πληρωμών του χρέους και την ταυτόχρονη αποχώρηση από την ΟΝΕ και το ευρώ δεν συμπυκνώνουν απλώς ένα πολιτικό πρόγραμμα πάλης απέναντι στον πυρήνα της στρατηγικής των εθνικών αστικών τάξεων των κρατών μελών αλλά και ένα πολιτικό πρόγραμμα για την αλλαγή των σημερινών συσχετισμών δύναμης υπέρ των δυνάμεων του κεφαλαίου».

Έτσι με αυτή την τοποθέτηση του ο Κουβελάκης προχωράει στην διατύπωση μιας πολιτικής εκτίμησης. Σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι ο ισχυρισμός πως το ζήτημα της εξόδου από το ευρώ αποτελεί σημείο άρθρωσης ενός αριστερού προγράμματος πάλης που στοχεύει στον πυρήνα της αστικής στρατηγικής16. Σε ένα δεύτερο όμως επίπεδο, όταν εκφράζει την εκτίμηση πως «το αίτημα για έξοδο από το ευρώ αποτελεί σημείο συμπύκνωσης αντιθέσεων πάνω στις οποίες μπορεί να υπάρξει μια ανατροπή των σημερινών ταξικών συσχετισμών δύναμης», ο Κουβελάκης επιχειρεί να δώσει μια απάντηση πάνω σε αυτήν την συζήτηση μιας ζητούμενης αριστερής εναλλακτικής στρατηγικής που αν και δεν προβάλλεται ως η γνώμη ενός “ειδικού” φιλοδοξεί να παρουσιαστεί ως μια λογικοφανής –και γι’ αυτό αυταπόδεικτη- κατάληξη μιας ανοιχτής παρόλα αυτά συζήτησης.

Διαπραγματευόμαστε εδώ την άποψη που καταθέτει ο Κουβελάκης σχετικά με την λειτουργία και την κωδικοποίηση του προγράμματος της αριστεράς με τον τρόπο που ο ίδιος έθεσε όταν αναφερόταν στην σημασία και το χαρακτήρα των μεταβατικών αιτημάτων. Οχι ως ευκαιρίες μιας απλά προπαγανδιστικού τύπου παρέμβαση της αριστεράς, μια γενικόλογα διακηρυκτική τοποθέτηση και μια διάθεση υπεράσπισης “καθαρών” επαναστατικών αιτημάτων από θέση οπισθοφυλακής. Αλλά αντίθετα, όπως ο Κουβελάκης σημειώνει, ως στόχους που επικεντρώνονται στα επίδικα της συγκυρίας και φιλοδοξούν να συνενώσουν την εργατική τάξη και ευρύτερα λαικά στρώματα γύρω από αυτήν σε μια πολιτική δύναμη που εκκινόντας από την διεκδίκηση μιας σειράς αιτημάτων που εντοπίζονται στις σημερινές συνθήκες και την σημερινή συνείδηση πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης φιλοδοξούν να στήσουν μια γέφυρα με το σοσιαλιστικό πρόγραμμα της επανάστασης και να απελευθερώσουν ευρύτερες κοινωνικές δυναμικές μιας συνολικής αντιπαράθεσης με την καπιταλιστική κοινωνία όπου το πραγματοποιήσιμο ή το απραγματοποίητο των αιτημάτων τους θα κρίνεται ολοένα και περισσότερο σε αυτήν ακριβώς την δυναμική της αντιπαράθεσης που θα αναπτύσσεται.

Η περίπτωση των ελληνικών εκλογών του Ιούνη του 2012 είναι ένα χρήσιμο παράδειγμα για τον έλεγχο αυτών των διαφορετικών εκτιμήσεων που υπάρχουν μέσα στην αριστερά. Να υπενθυμίσουμε, όσον αφορά το ιστορικό εκείνης της συγκυρίας, πως πηγαίνοντας από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση του Μάη σε αυτήν του Ιούνη ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη καταφέρει μια τεράστια ανατροπή για τα δεδομένα της μεταπολιτευτικής πολιτικής ιστορίας της ελληνικής κοινωνίας, είχε κρατήσει μια αξιοπρεπή στάση στους γύρους των κοινοβουλευτικών διεργασιών που οι διερευνητικές εντολές σχηματισμού κυβέρνησης είχαν ανοίξει και αντίκριζε με ενισχυμένη αυτοπεποίθηση το ενδεχόμενο μιας κοινοβουλευτικής επικράτησης. Είναι σε εκείνη την στιγμή που το εκλογικό επιτελείο της ΝΔ -έντρομο μπροστά στο πολύ ρεαλιστικό ενδεχόμενο ο ΣΥΡΙΖΑ να επικρατήσει στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση- εξαπολύει την επίθεση μεγατόνων για το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα αντιευρωπαϊκό κόμμα που θέλει να βγάλει την χώρα από την ΕΕ.

Έχει άραγε να μας πεί τίποτα αυτό το επεισόδιο; Έχει νόημα σε αυτήν την συζήτηση σχετικά με την λειτουργία των αιτημάτων της αριστεράς ο απολογισμός της πολιτικής αναμέτρησης των ελληνικών εκλογών του Ιούνη του 2012; Ας παραβλέψουμε σε αυτό το σημείο το ποία είναι η φύση του ΣΥΡΙΖΑ, τα όρια και οι δυνατότητες αυτού του ανασυνθετικού εγχειρήματος της αριστεράς. Ας παραβλέψουμε επίσης και την ευκολία μιας τοποθέτησης που υποτιμά τα διακυβεύματα που ανοίγονταν εκείνη την στιγμή με τρόπο συγκεκριμένο σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο ή και τα προσπερνά κάτω από το σχήμα μιας αφηρημένης επίκλησης μιας άλλης αριστεράς και ίσως ενός άλλο λαού. 

Τι θα έπρεπε να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ όταν η ελληνική αστική τάξη επιχειρούσε την στιγμή των εκλογών να τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια του κόμματος της αριστεράς παίζοντας με τους φόβους της κοινωνίας για μια επερχόμενη καταστροφή. Ποία ακριβώς είναι η μεταβατική λειτουργία, εκείνη την στιγμή, του συνθήματος «εξόδου από την ΕΕ» για την ανατροπή των σημερινών ταξικών συσχετισμών όταν η εμπειρία εκείνης της πολιτικής αναμέτρησης μας υποδεικνύει πως το αίτημα αυτό δεν αρκούσε τελικά για να λειτουργήσει συγκροτητικά για τις κυριαρχούμενες τάξεις και να ισχυροποιήσει την επικράτηση της αριστεράς μέσα σε μια συγκεκριμένη πολιτική αναμέτρηση που θα επέτρεπε να ανοίξει ένας επόμενος κύκλος αγώνων μέσα στην κοινωνία. Θα αρκούσε μήπως για την αριστερά να σταθεί περιχαρής και με αίσθηση δικαίωσης για το ότι εκπροσωπεί στα μάτια της αστικής τάξης το απόλυτο κακό και με νεανικό σφρίγος και ένα εξεγερσιακά παλλόμενο ενθουσιασμό να καλεί την ελληνική κοινωνία σε μια “περιπέτεια” κοινωνικών ανατροπών και κάπου στο βάθος την υπόσχεση του σοσιαλισμού; Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο μέσα στην αριστερά. Όμως μια τέτοια στάση είναι διαφορετική από την πολιτική λογική που ο Κουβελάκης έθεσε σε αυτήν την συζήτηση υπογραμμίζοντας το ζήτημα της επικαιρότητας των συνθημάτων μας και μιας παρέμβαση στα σημεία που συμπυκνώνουν τις αντιθέσεις της συγκυρίας με στόχο την όξυνση τους.

Oπως σημειώνει σε αυτήν την συζήτηση ο Πάνος Κοσμάς με αφορμή και την εμπειρία της Κύπρου: «η ρήξη με την Ευρωζώνη και η ωρίμανση των διαθέσεων -πρώτα απ’ όλα στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αλλά και σε τμήματα μεσαίων τάξεων- για μια τέτοια ρήξη αποτελούν προϊόν-συνέπεια της επιθετικότητας της άλλης πλευράς (της Ευρωζώνης) αλλά και της εφαρμογής ενός προγράμματος ανατροπής της λιτότητας. Έτσι, όχι μόνο «νομιμοποιείται» αυτή η ρήξη αλλά και αποκτά το κοινωνικό, ταξικό και προγραμματικό περιεχόμενο που μπορεί να αναδείξει την Αριστερά σε ηγεμονική πολιτική δύναμη μιας τέτοιας ρήξης. Αλλά και να νομιμοποιήσει τον αγώνα και τις θυσίες που θα απαιτηθούν από μια τέτοια ρήξη – η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα μπορούν να αποδεχτούν τον αγώνα και τις θυσίες μόνο στο όνομα μιας πολιτικής και ενός προγράμματος που θα υπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα. Το αντίθετο, δηλαδή να φανταστούμε ότι μια “προκαταβολική” ρήξη με την Ευρωζώνη με μονομερή έξοδο από αυτή θα φέρει ή θα ευνοήσει τη ρήξη με τις πολιτικές λιτότητας και τον εγχώριο καπιταλισμό συνιστά μια αντιστροφή προτεραιοτήτων που μπορεί να αποβεί καταστροφική για την Αριστερά.  

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το νόμισμα και η ανταγωνιστικότητα της (καπιταλιστικής) εθνικής οικονομίας αποκτούν τον ηγεμονικό ρόλο σε βάρος του ταξικού περιεχομένου της ρήξης, με αποτέλεσμα την ηγεμονία σε μια τέτοια ρήξη να την πάρουν δυνάμεις εχθρικές προς την Αριστερά. Η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν θα δώσουν όλες τους τις δυνάμεις σε ένα τέτοιο αγώνα για να είναι την επόμενη μέρα απλός “παραγωγικός συντελεστής” σε ένα πιο ανταγωνιστικό και “εθνικά κυρίαρχο” καπιταλισμό»17.

 

Σημεία συμβολής σε μια στρατηγική για την Ευρώπη

Η σημερινή συγκυρία, ως ένα σημείο που θέτει σε μεγάλη δοκιμασία τις δυνατότητες του εγχειρήματος της ευρωζώνης να επιβιώσει και να υπερβεί θεμελιώδεις αντιφάσεις του, είναι και μια συγκυρία που μεταφέρει στα κράτη της περιφέρειας ένα πολλαπλάσιο βάρος για την επιτάχυνση δομικών, διαρθρωτικών, νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων με σκοπό την υπεράσπιση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας και την επιβεβαίωση της πρόσδεσης των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας στο στενό πυρήνα των πιο αναπτυγμένων οικονομιών της δύσης.

Η οικονομική κρίση που σημαδεύει την ευρωπαϊκή ήπειρο έχει ανοίξει μια νέα περίοδο κοινωνικών αγώνων που διαπερνά με άνισο τρόπο όλη της ευρώπη, φτάνοντας στο επίπεδο παρατεταμένων μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων και ξεσπασμάτων στις χώρες του νότου. Η λογική όμως του τρέχοντος κύκλου των αγώνων εξακολουθεί να είναι αμυντική απέναντι σε μια πρωτόγνωρη ένταση της επίθεσης των από τα πάνω, και αναπτύσσεται πολλές φορές αποσπασματικά και πάνω σε ένα πολύ δυσμενή παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Η μετάφραση των κινητοποιήσεων σε σταθερή συλλογική οργάνωση (συνδικαλιστική, πολιτική) εξακολουθεί να είναι πολύ αδύναμη (πχ αδύναμες και ασταθείς λαϊκές συνελεύσεις, συνελεύσεις/συσπειρώσεις ανέργων και ελαστικά εργαζόμενων, νέων στρωμάτων εργαζόμενων μη εκπροσωπούμενων συνδικαλιστικά μέχρι σήμερα). Η πρόκληση είναι η ανοικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού μπλοκ, του οποίου οι βάσεις είναι ακόμη εύθραυστες και εδράζονται πάνω σε μια κατακερματισμένη και αποδομημένη κοινωνία.

Αυτός ο εύθραυστος κοινωνικός συσχετισμός που σταδιακά οικοδομείται πάνω σε μια συνάρθρωση των αγώνων και των αντιστάσεων που αναπτύσσονται στις κοινωνίες της ευρωπαϊκής περιφέρειες καλείται, από την άλλη μεριά, να αναμετρηθεί με ένα αρραγές ευρωπαϊκό μέτωπο συνασπισμού των αστικών τάξεων που παρεμβαίνει υποστηρικτικά σε κάθε εθνική αντιπαράθεση που ανοίγει. Οι ιδέες σχετικά με το “ευρωπαϊκό κεκτημένο”, την “διασφάλιση της θέσης των κρατών μελών εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας” και μια αναγκαία “προσαρμογή και ανταπόκριση των εθνικών οικονομιών στις προκλήσεις μιας σύγχρονης, ανταγωνιστικής, πρωτοπόρας ευρωπαϊκής οικονομίας” ακόμη και εάν έχουν χάσει την ιδεολογική ηγεμονία που συναντούσαν στην ευρωπαϊκή ήπειρο 5 χρόνια πριν συνεχίζουν παρόλα αυτά να εκφράζουν και να αναφέρονται σε ένα διεθνή πολιτικό συσχετισμό δύναμης υπέρ του κεφαλαίου μπροστά στον οποίο τα κοινωνικά κινήματα και η εργατική τάξη της ηπείρου βρίσκονται πάντοτε τοποθετημένα από θέση πολιτικής αδυναμίας. Στις περιπτώσεις χωρών που είναι βαθιά ριζωμένες στον πυρήνα του ευρωπαϊκού σχεδίου ολοκλήρωσης, η οικονομική τους ενσωμάτωση πολύ προωθημένη και η συνείδηση της ένταξης εδραιωμένη, η ιδέα της ΕΕ εμφανίζεται ως ένα εσωτερικό όριο στους αγώνες και τις διεκδικήσεις των κοινωνικών κινημάτων, ένα σημείο ικανό να παραλύσει την διεκδικητικότητα των αγώνων μπροστά σε ένα συσχετισμό δύναμης που διαμορφώνει το συνδυασμένο βάρος παρέμβασης των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων σε κάθε κοινωνική αναμέτρηση που ξεσπά στην ευρώπη. Η επίγνωση αυτού του ζητήματος δεν έχει να κάνει με κάποιο “θολό ευρωπαϊσμό” και καμία “πλάνη” ενός προνομιακού πεδίου παρέμβασης της αριστεράς στο ευρωπαϊκό πεδίο.

Από την άλλη μεριά, ισχύει επίσης, πως αν η πραγματική κοινωνική και πολιτική δυναμική των κοινωνικών συγκρούσεων παραμένει βασικά σε εθνικό επίπεδο, η πραγματική λύση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων των εκμεταλλευόμενων τάξεων είναι παρόλα αυτά αδύνατη σε εθνικό επίπεδο και απαιτεί ευρωπαϊκού και παγκόσμιου εύρους λύσεις. Είναι υπό αυτήν την έννοια που πρέπει να αναγνωρίσουμε πως μια στρατηγική της αριστεράς για την ευρώπη, μια στρατηγική δηλαδή της αριστεράς απέναντι στην ευρώπη του κεφαλαίου, θα πρέπει να είναι και μια διεθνιστική στρατηγική, μια στρατηγική ευρωπαϊκή.

Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, έχοντας ενισχύσει τις θέσεις των δυνάμεων του κεφαλαίου και μετασχηματίσει, σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο το τοπίο των οικονομικών, διεθνών και γεωπολιτικών σχέσεων στην ήπειρο, δεν μας επιτρέπουν να μπορούμε να οραματιζόμαστε μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου που θα μπορούσε να δημιουργηθεί αυθόρμητα έχοντας ως μόνη προϋπόθεση τη λήψη προστατευτικών μέτρων μέσα σε μια χώρα. Και επίσης, μια αναγκαία στρατηγική της αριστεράς απέναντι στις δυνάμεις του κεφαλαίου και των αγορών απαιτεί μια σειρά μέτρων που θα χρειαστούν να αντιπαλέψουν ένα καθεστώς ενός επιβαλλόμενου οικονομικού αποκλεισμού της χώρας που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία του κεφαλαίου σε ηπειρωτικό επίπεδο.

Είναι με αυτήν την έννοια που θα πρέπει να βλέπουμε τους αγώνες που αναπτύσσονται σε εθνικό επίπεδο σε συμπληρωματικότητα -και όχι αντιθετικά- με το ευρωπαϊκό πεδίο. Και όπου ένα πρόγραμμα ρήξης με την ευρώπη του κεφαλαίου και τους θεσμούς της ΕΕ χρειάζεται -εκκινώντας από τους αγώνες που αναπτύσσονται σήμερα σε εθνικό επίπεδο- να αναζητά «γέφυρες» ανάμεσα στους πιο προωθημένους αγώνες των ευρωπαϊκών εργατικών τάξεων και έναν διεθνισμό των εργατικών αγώνων και των αντιστάσεων. Και όπως οι σημερινοί αγώνες μέσα σε εθνικό πλαίσιο ενάντια στα μνημόνια θα πρέπει να είναι αξεδιάλυτα δεμένοι με τον αγώνα υπέρ μιας σοσιαλιστικής λύσης, με τον ίδιο τρόπο και η αντίθεση μας με αυτήν την ευρωπαϊκή ένωση θα πρέπει να είναι τμήμα ενός νέου πολιτικού προτάγματος για μια άλλη, σοσιαλιστική, ευρώπη.

Μια πειστική απάντηση στο ερώτημα του μέχρι που μπορεί να φτάσει μια αντιπαράθεση (εθνικών ή κατά κλάδο) αγώνων ενάντια στην ΕΕ χρειάζεται να είναι μια απάντηση που να αναζητά και να αντιπροτάσσει την διεύρυνση και την ενίσχυση αυτών των αντιστάσεων σε όλη την ευρώπη. Ο πολιτικός άξονας των δικών μας προτάσεων όχι μόνο δεν θα πρέπει να περιορίζεται σε εθνικό επίπεδο ή απλώς να βλέπει ως το διεθνιστικό καθήκον των αγώνων που αναπτύσσονται σε μια χώρα το σημείο της αποδέσμευσης αυτής της χώρας αλλά αντίθετα οφείλει να περιλαμβάνει την προοπτική μιας αναδιοργάνωσης της Ευρώπης με τρόπο που θα ενοποιείται πάνω στην βάση ενός διαφορετικού υποδείγματος ανάπτυξης με σεβασμό στις κοινωνικές ανάγκες, την πλήρη απασχόληση, το περιβάλλον, την διεθνή συνεργασία.

Ένα τέτοιο πολιτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να υπόσχεται τον σοσιαλισμό σε μια μόνο χώρα. Αλλά αντίθετα να προτάσσει εξισωτικά, σοσιαλιστικά αιτήματα για όλη την ευρώπη. Για άμεση μείωση του χρόνου εργασίας σε όλη την ευρώπη, για ίση αμοιβή σε όλους τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες σε όλη την ευρώπη, για την εναρμόνιση προς τα πάνω των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, των κανόνων εργασίας, των συλλογικών συμβάσεων, του εργασικού καθεστώτος σε όλη την ευρώπη. Για την εγγύηση ενός ελάχιστου μισθού και ενός ελάχιστου επιδόματος ανεργίας σε όλη την ευρώπη. Για ένα δημοκρατικό, συνεργατικό πλαίσιο συνύπαρξης των λαών της ευρώπης που θα βασίζεται στην αποκέντρωση και την αυτοδιεύθυνση απέναντι στην επέκταση των εκτελεστικών ευρωπαϊκών οργάνων, μια ανεξέλεγκτη Ευρωπαϊκή Κεντρική τράπεζα και μια ανεξέλεγκτη ευρωπαϊκή γραφειοκρατεία. Για ίσα δικαιώματα για τους πολίτες και τους μετανάστες μέσα στην ευρώπη, ελευθερία μετακινήσεων εντός της ευρώπης, ισότητα κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων για τις γυναίκες, σεβασμό στις διαφορετικές πολιτιστικές, θρησκευτικές, εθνικές ταυτότητες, για το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των λαών και τα δημοκρατικά δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων.

Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορούμε να προσπεράσουμε το γεγονός πως οι αναπτυσσόμενοι μέσα στην ευρώπη κοινωνικοί αγώνες –αν και σε μεγάλο βαθμό συγχρονισμένοι- συνεχίζουν να εμφανίζονται μέσα σε ένα εθνικό πλαίσιο και να καθορίζονται από τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες ανάδειξης κοινωνικών, δημοκρατικών διεκδικήσεων απέναντι στην ΕΕ. Μέσα σε συνθήκες έντασης της επίθεσης του διεθνούς κεφαλαίου, θα χρειαστούμε αναμφίβολα μια ενεργητική πολιτική για την διεθνοποίηση σε όλη την ευρώπη των συνθηκών κρίσης που μπορούν να εμφανιστούν σε μια χώρα ή ένα τμήμα της ευρωπαϊκής επικράτειας. Με αυτήν την έννοια, για μια αριστερή κυβέρνηση, θα ήταν λάθος τόσο από τακτικής όσο και από στρατηγικής σκοπιάς να επιλέξει την οικειοθελή αποχώρηση της χώρας από την ευρωζώνη και την αυτοαπομόνωση της εργατικής τάξης της χώρας από το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα. Οφείλει αντίθετα να αναζητήσει κάθε πιθανό στήριγμα διεθνιστικής αλληλεγγύης και υπό αυτήν την έννοια να προβάλει αιτήματα σχετικά με την χρηματοδότηση του χρέους των χωρών μελών της Ε.Ε. από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την κατάργηση της συνθήκης του Μάαστριχ, του συμφώνου σταθερότητας κτλ.

Αλλά το να θεωρεί κανείς πως υπάρχουν περιθώρια αναδιαπραγμάτευσης των μνημονίων και μιας ευρωπαϊκής πολιτικής πιστωτικής χρηματοδότησης των ελλειμμάτων της περιφέρειας, πως υπάρχει η δυνατότητα ενός τρίτου δρόμου, μιας «στατικής και ταξικά ουδέτερης κοστολόγησης μέτρων μιας κυβέρνησης της αριστεράς στους κόλπους μιας διευθέτησης των πραγμάτων πάνω στους γραμμικούς χρόνους της καπιταλιστικής κανονικότητας»18 ή πως ο ορίζοντας του πολιτικού σχεδίου της αριστεράς εξαντλείται σε κινήσεις ελιγμών εν αναμονή της διεθνιστικής αλληλεγγύης των ευρωπαϊκών λαών αυτή είναι μια στάση κατώτερη των περιστάσεων. Σε τι ακριβώς ζητάμε την αλληλεγγύη από τους ευρωπαϊκούς λαούς; Στην φτώχεια των κοινωνιών του ευρωπαϊκού νότου ή και στους αγώνες που αναπτύσσουν με συγκεκριμένο τρόπο απέναντι σε ένα εθνικό όσο και διεθνές πλαίσιο εξουσίας;

Εάν είμαστε πεπεισμένοι για την ασταθή φύση, μεσοπρόθεσμα, του σχεδίου της ΕΕ αυτό σημαίνει πως δεν μπορούμε να περιοριζόμαστε σε μια προπαγανδιστική τοποθέτηση απέναντι στην ΕΕ και υπέρ ενός ευρωπαϊκού εύρους άμεσων και μεταβατικών διεκδικήσεων. Και αυτό γιατί, χωρίς αμφιβολία, μόλις μια αριστερή κυβέρνηση χώρας μέλους της ΕΕ βρεθεί σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες πολιτικές της ΕΕ, εφαρμόζοντας ένα πολιτικό πρόγραμμα ενάντια στην λιτότητα και την κοινωνικοποίηση των καπιταλιστικών ζημιών, δεν μπορεί παρά να έρθει αναπόφευκτα και σε σύγκρουση με το ευρύτερο οικοδόμημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτό είναι που μας διδάσκει η εμπειρία του κυπριακού «όχι» ακόμη και όταν αυτό αρθρώθηκε από μια δεξιά κυβέρνηση στο νησί.

Είναι γι’ αυτό το λόγο που χρειαζόμαστε να ξεκινήσουμε από σήμερα, πάνω στην σημερινή κρίση του ευρωπαϊκού σχεδίου ολοκλήρωσης και τους συγκεκριμένους αγώνες που εμφανίζονται σε κάθε χώρα, προκειμένου να εργαστούμε για την διαμόρφωση της προοπτικής ήττας αυτής της ΕΕ ως ένα ορατό πολιτικό ενδεχόμενο και εκεί μέσα να αγωνιστούμε για μεταβατικές, αντικαπιταλιστικές, διεθνιστικές λύσεις. Με αυτήν την έννοια είναι που θα πρέπει να βλέπουμε το άνοιγμα μιας κρίσης μέσα στους θεσμούς της ΕΕ και την ρήξη με αυτούς. Ως μια θετική εξέλιξη και ένα υποχρεωτικό πέρασμα προς μια σοσιαλιστική ευρώπη των εργαζομένων. Δυστυχώς, άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Τσέλιος

1 Οι συμβολές των Ισόν και Λαπαβίτσα μπορούν να αναγνωστούν (στα αγγλικα) στις σελίδες: http://hussonet.free.fr/sreg122.pdf και http://www.scribd.com/doc/93946968/Default-and-exit-from-the-eurozone-a-radical-left-strategy-Lapavitsas.

Στα ελληνικά υπάρχει η μετάφραση του άρθρου του Λαπαβίτσα στην σελίδα: http://contramee.wordpress.com/2012/04/22/gia-poia-europe-dialog-lapavitsas-husson/ ενώ η συμβολή του Ισόν μπορεί να διαβαστεί σε μια πρώτη εκδοχή του άρθρου –που εμφανίστηκε πριν την έκδοση του τεύχους του Sosialist Register, και βρίσκεται στα ελληνικά στην ιστοσελίδα :  http://www.rnbnet.gr/details.php?id=1417

2 Η αναφορά στο άρθρο του Ισόν: «Μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την Αριστερά», στο σύνδεσμο: http://www.rnbnet.gr/details.php?id=1417

3 Όπως ενδεικτικά ο Ισόν αναφέρει σχετικά με την ιδέα ενός ευρωπαϊκού προϋπολογισμού που θα χρηματοδοτείται από ένα κοινό φόρο στο κεφάλαιο και θα χρηματοδοτεί τόσο τα ταμεία εναρμόνισης των οικονομιών της ΕΕ όσο και επενδύσεις χρήσιμες από κοινωνική και οικολογική άποψη –μέσα στα πλαίσια, εννοείται, μιας ολοκληρωτικής επανίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ενός άλλος, ριζικά διαφορετικός, συσχετισμός δύναμης σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να επιβάλλει.

4 Όπως σημειώνει ο Λαπαβίτσας στην δική του παρέμβαση, στο σύνδεσμο http://contramee.wordpress.com/2012/04/22/gia-poia-europe-dialog-lapavitsas-husson/, πολλές από αυτές τις προτάσεις φαίνεται να παραβλέπουν την ίδια την φύση της λειτουργίας των μηχανισμών της ευρωζώνης και την ίδια στιγμή να παρανοούν τις αναλογίες που μπορούν να γίνουν σε μια συσχέτιση της λειτουργίας του ευρώ με το δολάριο. Εύστοχα παρατηρεί εδώ ο Λαπαβίτσας πως «υπάρχει μεγάλη σύγχυση ανάμεσα σε πολλούς στην Αριστερά για το τι μια κεντρική τράπεζα μπορεί να κάνει. Και έτσι ενώ η ΕΚΤ κατέχει, πράγματι, την δυνατότητα να δράσει σαν δανειστής την έσχατη στιγμή θα ήταν, παρόλα αυτά, λάθος κανείς να θεωρήσει πως μπορεί να διαχειριστεί μεσοπρόθεσμα επισφαλή χρέη –και να εξασφαλίσει έτσι την φερεγγυότητα των ελλειμματικών κρατών μελών- δίχως να αρχίσει να αντλεί φορολογικά έσοδα (και όχι δάνεια όπως σήμερα) από τις πλεονασματικές οικονομίες του κέντρου για την κάλυψη των δημοσιονομικών αναγκών του Νότο. Επιπλέον, με αυτή την πρόταση η  ΕΚΤ θα αποκτούσε συστηματικά περιφερειακά χρέη που θα έθεταν σε κίνδυνο το ευρώ ως  παγκόσμιο χρήμα. Οι αναλογίες με το δολάριο είναι λανθασμένες σε αυτό το σημείο. Το δολάριο είναι η επίσημη μορφή παγκόσμιου νομίσματος που στηρίζει τον παγκόσμιο ρόλο του στην πολιτικοστρατιωτική και οικονομική κυριαρχία  του ενιαίου κράτους των ΗΠΑ. Το ευρώ είναι ο ανταγωνιστής που δεν έχει ακόμα αναπτύξει ένα σταθερό πλαίσιο αποδοχής στην παγκόσμια αγορά. Και η Γερμανική άρχουσα  τάξη δεν φαίνεται να δέχεται διευθετήσεις στο καθεστώς δανεισμού των κρατών που θα ρισκάρουν την παγκόσμια  αποδοχή του ευρώ».

5 Αναφορά του Αλέξη Τσίπρα στην συνέντευξη τύπου που παραχώρησε στο Ελληνικό Γραφείο Τύπου της Νέας Υόρκης, ΗΠΑ κατά την επίσκεψη του στο ΔΝΤ, 25 Γενάρη 2013: 

http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=494994.

6 Αναφορά του Αλέξη Τσίπρα στην συνέντευξη τύπου που παραχώρησε στο Ελληνικό Γραφείο Τύπου της Νέας Υόρκης, ΗΠΑ κατά την επίσκεψη του στο ΔΝΤ, 25 Γενάρη 2013:

 http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=494994.

7 Η αναφορά από το ρεπορτάζ της ηλεκτρονικής έκδοσης της εφημερίδας Το Βήμα, 15 Απρίλη 2013: http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=507979&wordsinarticle=%ce%a3%ce%a5%ce%a1%ce%99%ce%96%ce%91%3b%ce%95%ce%a5%ce%a1%ce%a9%ce%a0%ce%97.

8 Η αναφορά στο άρθρο του Λαπαβίτσα: «Μια αριστερή στρατηγική για την Ευρώπη», στο σύνδεσμο: http://contramee.wordpress.com/2012/04/22/gia-poia-europe-dialog-lapavitsas-husson/.

9 Δεν είναι δίχως σημασία σε αυτό το σημείο πως στην περίπτωση της Κύπρου η επιβολή μιας τέτοιας δέσμης «δραστικά περιοριστικών» μέτρων εφαρμόστηκε –και συνεχίζει να εφαρμόζεται εδώ και 3 μήνες μετά την κρίσιμη για το κυπριακό χρέος συνδιάσκεψη του eurogroup στις 27 του Φλεβάρη 2013– παράλληλα και αντιθέτως με σκοπό την παραμονή της χώρας στο σύστημα του ευρώ.

10 Ξανά η αναφορά από το άρθρο του Λαπαβίτσα: «Μια αριστερή στρατηγική για την Ευρώπη», στο σύνδεσμο: http://contramee.wordpress.com/2012/04/22/gia-poia-europe-dialog-lapavitsas-husson/.

11 Παρόλα αυτά οφείλουμε να σημειώσουμε πως οι απόψεις αυτές έχουν δυστυχώς μια μεγάλη απήχηση μέσα στην αριστερά –πολύ πέραν απλώς της «μεταρρυθμιστικής» αριστεράς – ως τμήμα μιας ευρύτερης ιστορικής παράδοσης μέσα στην κομμουνιστική αριστερά. Είναι με αυτό το τρόπο που στο προσυνεδριακό διάλογο του τελευταίου συνεδρίου του ΚΚΕ οι απόψεις αυτές μπορούνε ακόμη και να παρουσιάζονται ως μια θεμιτή αφετηρία μιας “ορθόδοξης” πολιτικά εσωκομματικής πλατφόρμας κριτικής έναντι της πλειοψηφίας του –σταλινικού κατά τα άλλα– ΚΚΕ.

12 Η αναφορά εδώ είναι από ένα άλλο άρθρο του Ισόν, «Ευρώ, να φύγει κανείς ή όχι;», στις 29 Ιούλη 2011, στο σύνδεσμο: http://internationalviewpoint.org/spip.php?article2225.

13 Μας είναι γνωστό άλλωστε από καιρό πως μια τέτοια αστική εναλλακτική είναι παρούσα στα διάφορα σχέδια των ευρωπαικών ελίτ για την διαχείριση της οικονομικής κρίσης της ευρωζώνης (πχ. Gr-exit) ενώ τελευταία, με την εμφάνιση του νέου αστικού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία»,  μπορεί να παρουσιάζεται  ως εναλακτική πολιτική επιλογή ακόμη και σε χώρες, όπως η Γερμανία, που έχουν “κερδίσει” μόνο μέχρι σήμερα από την ευρωπαική κρίση.

14 Στο άρθρο του Στάθη Κουβελάκη, «Μεταβατικό πρόγραμμα και αριστερή στρατηγική», εφημερίδα Αυγή, Οκτώβρης 2010: http://enthemata.wordpress.com/2010/10/10/kouvelakis-2/

15 Θα συμφωνήσουμε επίσης και με μια σειρά άλλων επισημάνσεων που υπογραμμίζει ο Κουβελάκης σχετικά με την σημασία που διατηρεί το εθνικό (αστικό) κράτος ως πεδίο συμπύκνωσης των ταξικών σχέσεων, σημείο συγκρότησης των πολιτικών υποκειμένων των κυριαρχούμενων τάξεων (πολιτικά κόμματα, συνδικάτα κλπ.) και πολιτικό πεδίο που διαμορφώνονται και κρίνονται, σε τελευταία ανάλυση, η εξουσία μιας συγκεκριμένης άρχουσας τάξης, οι ταξικοί συσχετισμοί αντιπαράθεσης και η έκβαση μιας επαναστατικής κρίσης. Όπως επίσης και για το εάν η αριστερά οφείλει να υπερασπιστεί την προοπτική εξόδου μιας χώρας από την ευρωζωνή ως αποτέλεσμα της κλιμάκωσης εργατικών και κοινωνικών αγώνων απέναντι στο στενά περιοριστικό πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης στην βάση ενός ενός «ευρωπαϊκού κεκτημένου» μιας δογματικής νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας ακόμη και εάν, αυτή η προοπτική, δεν ταυτίζεται ασφαλώς με ένα τυπικό μοντέλο μιας “σοσιαλιστικής επανάστασης” ή δεν συνοδεύεται από μια παράλληλη επαναστατική διαδικασία στις υπόλοιπες χώρες της ευρώπης.

16 Στο σημείο αυτό υπάρχει μάλλον μια ευρεία συμφωνία μέσα στην αριστερά. Είτε κανείς ιεραρχεί ως σημαντικό είτε όχι το αίτημα της εξόδου από την ΕΕ, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί με τον εκτίμηση για το εάν είναι εφικτή σήμερα μια εναλλακτική αστική στρατηγική εκτός ΕΕ (για παράδειγμα, σχετικά με την δυνατότητα μιας εναλλακτικής επιλογής προσανατολισμού της κυπριακής αστικής τάξης εκτός ΕΕ) είναι παρόλα αυτά κατανοητό πως η ρήξη μιας χώρας της ευρωζώνης με την ΕΕ ως αποτέλεσμα κλιμάκωσης των κοινωνικών αγώνων θα αποτελούσε αναμφίβολα και μια στιγμή αποσταθεροποίησης της αστικής κυριαρχίας.

17 Στο άρθρο του Πάνου Κοσμά: «Τα μηνύματα και οι συνέπειες του κυπριακού Όχι» που αναρτήθηκε στις 22.03.13 στο σύνδεσμο: http://rproject.gr/article/ta-minymata-kai-oi-synepeies-toy-kypriakoy-ohi.

18Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Πάνος Κοσμάς στο άρθρο του: «Τα μηνύματα και οι συνέπειες του κυπριακού Όχι,: http://rproject.gr/article/ta-minymata-kai-oi-synepeies-toy-kypriakoy-ohi.  

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Information

This entry was posted on June 24, 2013 by in Αναλύσεις.
%d bloggers like this: