Αριστερή Παρέμβαση

Οικονομική κρίση, λιτότητα και διαχείριση

i me tous romeous i me tous galates(το παρόν είναι απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο κείμενο που γράφτηκε τον Απρίλη του 2013 και αναμένεται να δημοσιευτεί το 2014. δημοσιεύεται το συγκεκριμένο κομμάτι για να βρίσκεται έγκαιρα και στο δημόσιο “διαδικτυακό αρχείο” καθώς η έκδοση καθυστερεί)

Γρηγόρης Ιωάννου

…….Με αυτά τα δεδομένα, την εργοδοτική αντεπίθεση που αμφισβητεί ακόμα και τη χρησιμότητα της συλλογικής διαπραγμάτευσης σήμερα από τη μια και τους πολλαπλούς κατακερματισμούς (κοινωνικούς, πολιτικούς και πολιτιστικούς) της εργατικής τάξης από την άλλη, οι προοπτικές δεν είναι ευνοϊκές για το εργατικό κίνημα. Η αδυναμία των συνδικάτων τόσο να εντάξουν στους κόλπους τους μια σημαντική μερίδα εργαζομένων που συγκροτούν την περιφέρεια της εργατικής τάξης, όσο και να αρθρώσουν ένα ταξικό λόγο στη βάση του οποίου να μπορέσουν να αναπτύξουν μια στρατηγική νέων καθολικών διεκδικήσεων, είναι γεγονός και βασικό πολιτικό πρόβλημα. Αυτό φάνηκε έντονα το τελευταίο διάστημα ενόψει και της οικονομικής κρίσης πρώτα στον βορρά και μετά και στον νότο. Τα τουρκοκυπριακά συνδικάτα απάντησαν στις προσπάθειες επιβολής μέτρων λιτότητας από πλευράς τουρκικής και τουρκοκυπριακής κυβέρνησης με απεργίες και μαζικές κινητοποιήσεις, καθυστερώντας μεν αλλά χωρίς να ανατρέψουν την επίθεση. Στην ελληνοκυπριακή πλευρά τα αρχικά μέτρα λιτότητας υπήρξαν λιγότερο βαριά και τα συνδικάτα πολύ πιο χλιαρά στις αντιδράσεις τους.

Παρότι ήδη από το 2009 άρχισε η ύφεση στην οικονομία της Κύπρου, οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης άρχισαν να παίρνουν έντονη ώς δραματική μορφή από το τέλος του 2011. Το μεγάλο πρόβλημα ξεκίνησε από το τραπεζικό σύστημα και την υπερδιόγκωσή του, την απόπειρα τραπεζιτών να κερδοσκοπήσουν με τα ελληνικά ομόλογα και τη γενικότερη υπερεπέκταση των κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό γενικά και ειδικότερα στην Ελλάδα. Όμως οι συνέπειες γενικεύτηκαν σύντομα και στην υπόλοιπη οικονομία ως έλλειψη ρευστότητας αλλά και στα δημόσια οικονομικά ως απώλεια εσόδων και ως ανάληψη εγγύησης από το κράτος της ανακεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών. Σε συνδυασμό με τα χρόνια προβλήματα της κυπριακής οικονομίας, όπως η φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, ο υπερβολικός ιδιωτικός δανεισμός, η μεγάλη εξάρτηση της οικονομίας που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες από τα ξένα κεφάλαια γενικά και η δυσαναλογία του χρηματοπιστωτικού τομέα με την υπόλοιπη οικονομία πιο συγκεκριμένα, η τραπεζική κρίση μετατράπηκε γρήγορα σε συνολική κρίση με σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους και της ανεργίας και την επιδείνωση της ύφεσης.

Ήδη από το 2011 σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις που προδιέγραψαν το πώς θα κινούνταν τα πράγματα και τον επόμενο χρόνο. Το κεφάλαιο όσο και οι εκπρόσωποί του στη βουλή και τη δημόσια σφαίρα εστίασαν την επίθεση τους στους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα με μια επιχειρηματολογία “περί σπάταλου κράτους” και προνομιούχων δημοσίων υπαλλήλων απαιτώντας από το κράτος μέτρα λιτότητας για τους μισθωτούς και κίνητρα για τους επιχειρηματίες. Η διάσπαση των εργαζομένων σε μισθωτούς του δημοσίου και μισθωτούς του ιδιωτικού υπήρξε συγκεκριμένη επιδίωξη των αστικών κύκλων και καλλιεργήθηκε συστηματικά από τα ΜΜΕ με σημαντικό βαθμό επιτυχίας το δεύτερο μισό του 2011 καθώς αυτό αποτελούσε προϋπόθεση για την σημερινή διαδικασία υποβάθμισης των όρων εργασίας όλων. Από τις οικονομικές στήλες των εφημερίδων, τους οικονομολόγους της τηλεόρασης μέχρι και παρεμβάσεις του κοινού, στημένες και μη, το τροπάρι ήταν μονότονο – για τα προβλήματα της οικονομίας φταίνε βασικά οι ψηλοί μισθοί του δημοσίου – και αναφέρονταν και σχετικά παραδείγματα ανθρώπων με 30 χρόνια υπηρεσίας ή/και διευθυντικές θέσεις σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων για να προωθηθεί φυσικά η λογική των συνολικών μειώσεων των αποδοχών όλων των μισθωτών του δημοσίου. Σε αυτά τα πλαίσια ήταν που γράφτηκε μέχρι και το εξής: ναι μεν ο Μαρξ είχε δίκαιο για την ταξική πάλη, αλλά αυτό αφορά την πάλη μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων1.

Σε κάποιο βαθμό οι κήρυκες της λιτότητας το 2011, με τα ΜΜΕ να έχουν ιδιαίτερο ρόλο στη γενικευμένη εκστρατεία, στόχευαν και στη συγκάλυψη των τραπεζικών σκανδάλων και τη μετατόπιση της συζήτησης για τη κρίση από το χρηματο-οικονομικό στο δημοσιονομικό τομέα (Παναγιώτου, 2013). Όμως αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα – η κωλυσιεργία του ΑΚΕΛ και οι αναστολές του να επιβάλει το κόστος της κρίσης στους ώμους των εργαζομένων ηττήθηκαν. Ήδη από το τέλος του 2011 με το τρίτο πακέτο μέτρων που προώθησε ο υπουργός Οικονομικών Κίκης Καζαμίας και που υιοθετήθηκε ομόφωνα από όλα τα κόμματα, η Κύπρος μπήκε κανονικά στον αστερισμό της λιτότητας. Τα μέτρα του 20112 δεν ήταν βέβαια ιδιαίτερα επώδυνα για τους εργαζόμενους, συγκρινόμενα με αυτά που υιοθετήθηκαν το 2012 με ισχύ μέχρι το 2016. Και σήμερα, την άνοιξη του 2013, ήδη φαίνονται ασήμαντα μπροστά σε αυτά που προδιαγράφονται ως αποτελέσματα της ύφεσης στα πλαίσια του κυπριακού μνημονίου. Όμως η κατεύθυνση των μέτρων αυτών και ο τρόπος που επιβλήθηκαν σηματοδότησαν και αποκρυστάλλωσαν τις πιο διαχρονικές τάσεις υπονόμευσης των εργασιακών σχέσεων που επιδεινώθηκαν στα πλαίσια της παρούσας κρίσης.

Η λογική των μέτρων ήταν ξεκάθαρη – το κόστος της κρίσης θα το πλήρωναν βασικά οι εργαζόμενοι. Το ΑΚΕΛ υπαναχώρησε από τη θέση του για το 1% αύξηση στον εταιρικό φόρο ως έκτακτη εισφορά για 2 χρόνια, που είχε εισηγηθεί το 2010 και ακόμα και το σύνθημα της φορολόγησης του πλούτου, που μετά έγινε φορολόγηση της πολυτέλειας, τελικά δεν ενσωματώθηκε στα μέτρα Καζαμία. Εκείνο που ήταν όμως πιο σημαντικό ήταν ο τρόπος με τον οποίο επιβλήθηκαν τα μέτρα– χωρίς κοινωνικό διάλογο, επειδή δεν υπήρχε χρόνος, όπως λέχθηκε, και με συμφωνία των πολιτικών αρχηγών όλων των κομμάτων την οποία η βουλή απλά επικύρωσε. ΠΕΟ και ΣΕΚ οργάνωσαν τότε μαζί με την ΠΑΣΥΔΥ, τον Δεκέμβρη του 2011, μια συμβολική στάση εργασίας για την τιμή των όπλων και διαβεβαίωναν ότι τα μέτρα αφορούσαν κυρίως το δημόσιο τομέα και ότι δεν θα δεχόντουσαν να επεκταθούν στον ιδιωτικό. Η ΠΑΣΥΔΥ αναγκάστηκε από την πίεση αρκετών μελών της να προχωρήσει και σε μια 24ωρη απεργία και να καλέσει τα μέλη της να μην εργαστούν στη διενέργεια των δημοτικών εκλογών για να δεχτεί συντονισμένα πυρά από όλα τα κόμματα, τις εργοδοτικές οργανώσεις και τα ΜΜΕ και απειλές από την κυβέρνηση με αποτέλεσμα να υπαναχωρήσει. Τόσο η άτακτη υποχώρηση της ΠΑΣΥΔΥ όσο και η συντεταγμένη υποχώρηση της ΠΕΟ και της ΣΕΚ ήταν βέβαια αποτέλεσμα της αδυναμίας των συνδικάτων και φάνηκε και ερμηνεύτηκε ως τέτοια.

Το 2012 ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά για την κυπριακή κοινωνία και ειδικότερα για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Οι απολύσεις συνέχισαν να αυξάνονται με δραματικούς ρυθμούς, ενώ οι εργοδότες εκμεταλλευόμενοι τα παγώματα και τις περικοπές στο δημόσιο τομέα, σκλήρυναν την στάση τους και με μια σειρά μονομερών ενεργειών μείωσαν μισθούς και ωφελήματα, συνεισφορές σε ταμεία ενώ αρκετοί αρνήθηκαν να παραχωρήσουν ΑΤΑ και 13ο μισθό παραβιάζοντας συλλογικές συμβάσεις, συμφωνίες και δεσμεύσεις. Παράλληλα, αυξήθηκαν δραματικά οι κατακρατήσεις μισθών και στον κλάδο του λιανικού εμπορίου, αυξήθηκαν οι πληρωμές με κουπόνια για αγορά προϊόντων της εργοδότριας εταιρείας. Τα συνδικάτα απάντησαν με μερικές μεμονωμένες απεργίες εκεί όπου ένιωσαν ότι είχαν ακόμα δυνάμεις ενώ σε πολλές περιπτώσεις είτε σιώπησαν είτε περιορίστηκαν σε διαβήματα διαμαρτυρίας. Αν και ουσιαστικά ήξεραν ότι η εποχή του κοινωνικού διαλόγου είχε τελειώσει, και ότι είχαμε ήδη μπει στην εποχή των Μνημονίων, τα συνδικάτα συνέχισαν να συμπεριφέρονται ως να μην είχε περίπου αλλάξει τίποτα και ζητούσαν από τους εργοδότες να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση. Σε καμιά περίπτωση δεν διανοήθηκαν να συγκροτήσουν ένα κοινωνικό μέτωπο αντίστασης και να κινητοποίησουν τους εργαζόμενους ή έστω τα μέλη τους σε ένα ευρύτερο αγώνα ενάντια στη λιτότητα. Περιορίστηκαν στις συμβολικές διαμαρτυρίες και στην έκφραση επί μέρους δημοσίων διαφωνιών, αλλά ουσιαστικά τόσο η ΠΕΟ όσο και η ΣΕΚ δήλωσαν από τον Σεπτέμβρη του 2012, σε αντίθεση με την ΠΑΣΥΔΥ, ότι “το μνημόνιο δεν μπορεί να αποφευχθεί”3. Ακόμα και στις οικοδομές, ένα κλάδο με σχετικά ψηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, αναλογική ηγεμονία της ΠΕΟ και χρόνια προβλήματα που επιδεινώθηκαν λόγω ύφεσης και σκλήρυνσης της εργοδοτικής στάσης, η σημαντική και μεγάλη σε διάρκεια παγκύπρια απεργία που προετοιμάστηκε το 2012 και που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 2013 είχε σε μεγάλο βαθμό υπαρξιακό χαρακτήρα ως ύστατη άμυνα για την τιμή των όπλων παρά αφετηρία για μια γενικευμένη εργατική αντίσταση.

Την κατ’ αρχήν συμφωνία κυβέρνησης Χριστόφια και τρόικας ακολούθησαν μια σειρά εφαρμοστικά νομοσχέδια, που εγκρίθηκαν ομόφωνα από τη βουλή ως κατ’ επείγοντα – με εξαίρεση το νομοσχέδιο για φορολόγηση της ιδιοκτησίας η ψήφιση του οποίου αναβλήθηκε – και τα οποία κωδικοποιήσαν τους όρους της λιτότητας και το πλαίσιο της υποτίμησης για τα επόμενα τρία χρόνια. Γενικές κλιμακωτές και οριζόντιες μειώσεις μισθών και απολύσεις εκτάκτων μισθωτών στο δημόσιο, μειώσεις δαπανών και δημοσίων βοηθημάτων, αύξηση καταναλωτικών φόρων και τέλη υπηρεσιών αποτελούν τους κεντρικούς πυλώνες του δημοσιονομικού σκέλους του μνημονίου. Εκείνο όμως που ολοκλήρωσε τη μετάβαση της κυπριακής κοινωνίας στην νέα εποχή, και που επιτάχυνε τη μεταμόρφωση του εργατικού πεδίου στην Κύπρο ήταν η συμφωνία της κυβέρνησης Αναστασιάδη και τρόικας τον Μάρτη του 2013 για την άμεση συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα. Ουσιαστικά πραγματοποιήθηκε η απότομη διάλυση ενός βασικού οικονομικού τομέα όπως αυτός διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και ως συνέπεια αναμένεται βαθιά ύφεση και μια σημαντική σμίκρυνση της οικονομίας. Παράλληλα τώρα μετά τον βορρά έχουμε και στο νότο την οριστική δρομολόγηση των ιδιωτικοποιήσεων των οργανισμών δημόσιας ωφέλειας.

1Η αναφορά έγινε στην στήλη του Δημήτρη Γεωργιάδη στον Πολίτη μέσα στον Νοέμβρη του 2011.

2Τα μέτρα Καζαμία περιλάμβαναν ένα γενικό πάγωμα μισθών και ΑΤΑ στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, 10% μείωση μισθών σε όλους τους νεοεισερχόμενους (και φυσικά στους έκτακτους με προσωρινά συμβόλαια που ανανεώνονται), μια σειρά μικρών αυξήσεων στις συνεισφορές των δημοσίων υπαλλήλων σε διάφορα ταμεία του κράτους και των κοινωνικών ασφαλίσεων, μια γενική προσωρινή και κλιμακωτή συνεισφορά όλων των μισθών δημοσίου και ιδιωτικού, αύξηση 2% στο ΦΠΑ, αύξηση 3% στον φόρο εισοδήματος από μερίσματα και ετήσιου τέλους των εταιρειών. Αυτά συνοδεύτηκαν με την επανεξέταση δημοσίων βοηθημάτων και την εισαγωγή εισοδηματικών κριτηρίων, την επιχορήγηση επιχειρήσεων για εργοδότηση ανέργων, φορολογικά κίνητρα στις επιχειρήσεις για επενδύσεις σε υποδομές, την μείωση των δημοσίων δαπανών, κρατικές εγγυήσεις σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις για εξασφάλιση δανείων και απλοποίηση αδειοδοτήσεων και διαδικασιών στην προσπάθεια αντιμετώπισης της “γραφειοκρατίας”.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Information

This entry was posted on November 2, 2013 by in Αναλύσεις.
%d bloggers like this: